Τα παιδιά που ζουν σε πολύ φτωχές περιοχές και πάσχουν από οξεία λεμφοβλαστική λευχαιμία… τη συχνότερη μορφή παιδικού καρκίνου, έχουν πολύ μεγαλύτερες πιθανότητες να εμφανίσουν υποτροπή μετά από θεραπεία, σε σχέση με τα παιδιά από λιγότερο φτωχές περιοχές, σύμφωνα με μια νέα αμερικανική επιστημονική έρευνα.

Το 92% των πολύ φτωχών παιδιών υποτροπιάζουν σε λιγότερο από τρία χρόνια, έναντι ποσοστού 48% των λιγότερο φτωχών παιδιών, ακόμη κι αν όλα τα παιδιά έχουν ήδη κάνει την ίδια αντικαρκινική θεραπεία. Η νέα μελέτη έρχεται να προστεθεί σε άλλες που δείχνουν ότι η φτώχεια – ιδίως η μεγάλη- αποτελεί παράγοντα κινδύνου για διάφορες ασθένειες. Όμως μέχρι σήμερα η επίπτωση της φτώχειας στη λευχαιμία δεν είχε μελετηθεί ιδιαίτερα.

Οι ερευνητές, με επικεφαλής την παιδίατρο-ογκολόγο δρα Κίρα Μπόνα του Αντικαρκινικού Κέντρου Dana-Farber, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο παιδιατρικό περιοδικό «Pediatric Blood and Cancer», σύμφωνα με τους New York Times, μελέτησαν τις περιπτώσεις 575 παιδιών ηλικίας ενός έως 18 ετών, που είχαν κάνει θεραπεία σε διάφορα αντικαρκινικά κέντρα των ΗΠΑ.

Τα παιδιά ήταν είτε φτωχών είτε πολύ φτωχών οικογενειών. Η μελέτη έδειξε ότι ακόμη και ο βαθμός της φτώχειας παίζει ρόλο στην εξέλιξη της νόσου. Όσο πιο γρήγορα υποτροπιάζει η λευχαιμία, τόσο πιο δύσκολα θεραπεύεται. Το 85% των παιδιών από πολύ φτωχές περιοχές ζουν για πάνω από πέντε χρόνια, έναντι ποσοστού 92% για τα άλλα παιδιά.

Η μελέτη δεν παρέχει σαφείς εξηγήσεις γιατί οι διαφορές στη φτώχεια έχουν τέτοια επίδραση στον παιδικό καρκίνο. Μία πιθανή εξήγηση είναι ότι τα πολύ φτωχά παιδιά έχουν γενικότερα χειρότερη υγεία, μειωμένη ανάπτυξη, πέφτουν συχνότερα θύματα διαφόρων λοιμώξεων κ.α.

Σύμφωνα με την Μπόνα, τα παιδιά αυτά είναι πιθανότερο να βιώσουν πιο έντονα τις τοξικές παρενέργειες της χημειοθεραπείας. Μπορεί επίσης να εισαχθούν συχνότερα σε νοσοκομείο για άλλο λόγο, αλλά τότε πρέπει να μειωθεί ή να καθυστερήσει η χημειοθεραπεία τους, πράγμα που μπορεί να οδηγήσει σε πρόωρη υποτροπή του καρκίνου.