Η ακουστική ικανότητα μαζί με την ικανότητα για ομιλία αποτελούν την προϋπόθεση… για την ανάπτυξη όχι μόνον των κοινωνικών δεξιοτήτων ενός παιδιού με το περιβάλλον του, αλλά και για τη δυνατότητά του να παίζει και να μαθαίνει. Τα παιδιά, αρχικά, μαθαίνουν να επικοινωνούν με τους άλλους, μιμούμενα τους ήχους που ακούν. Όποιο παιδί έχει περιορισμένη ακουστική ικανότητα, η οποία μένει αδιάγνωστη και αθεράπευτη, το παρεμποδίζει να αναπτύξει την ομιλία και τον λογο. Βαρηκοΐα σημαίνει ότι το παιδί ακούει, αλλά περιορισμένα. Όσο μεγαλύτερη είναι η βαρηκοΐα, τόσο μεγαλύτερη είναι και η αδυναμία του παιδιού να κατανοήσει τι του λένε. Αν ένα παιδί έχει χαμένη πλήρως την ακοή του, δηλαδή είναι κωφό και από τα δύο αυτιά, τότε αυτό το παιδί είναι αδύνατον να αναπτύξει την ικανότητα ομιλίας και άρθρωσης του λόγου.

Τόσο η βαρηκοΐα, όσο και η κώφωση, εκτός από τα προβλήματα επικοινωνίας που δημιουργούν στους πάσχοντες, κατά την κοινωνική τους προσαρμογή, συμβάλλουν στην δημιουργία κοινωνικών προβλημάτων και δυσκολιών στην καριέρα επιλογής των πασχόντων, μαθησιακές ανεπάρκειες, έλλειψη πνευματικής συγκέντρωσης και εκδήλωση σε πολλές περιπτώσεις διαταραχές της συμπεριφοράς.

Συχνότητα παιδικής βαρηκοΐας

Δύο στα 100 παιδιά, κάτω των 18 ετών έχουν απώλεια ακοής σε βαθμό που ποικίλει. Σπανίως σήμερα βρίσκουμε παιδιά με σοβαρότατη βαρηκοΐα, που να μη μπορεί να βοηθηθεί με τη σύγχρονη τεχνολογία. Η αποτελεσματικότερη θεραπεία μπορεί να εφαρμοστεί, αν διαγνωστεί έγκαιρα η βαρηκοΐα. Η έγκαιρη διάγνωση της βαρηκοΐας και η όσο το δυνατόν νωρίτερα εφαρμογή ακουστικών βαρηκοΐας και έναρξης ειδικής εκπαίδευσης. Μεγιστοποιεί τη δυνατότητα βελτίωσης της ακουστικής ικανότητας ενός βαρήκοου παιδιού. Αυτή η βελτίωση δίδει την ευκαιρία στο βαρήκοο παιδί να αναπτύξει την ικανότητα του λόγου και να μάθει τη μητρική του ή οποιαδήποτε άλλη γλώσσα.

Τύποι παιδικής βαρηκοΐας

Η παιδική βαρηκοΐα διακρίνεται στην συγγενή, δηλαδή αυτή που υπάρχει από τη γέννηση του παιδιού και στην επίκτητη, δηλαδή σ’αυτήν που εμφανίζεται μετά τη γέννηση από οποιαδήποτε αιτιολογία. Οι βαρηκοίες αυτές μπορεί να είναι νευραισθητήριες, ή τύπου αγωγημότητας ή μεικτές.

Η τεχνολογία σύμμαχος στην αντιμετώπιση της βαρηκοΐας

Ο ωτορινολαρυγγολόγος είναι ο μόνος αρμόδιος για την εντόπιση και τη διάγνωση της ακουστικής αναπηρίας και συχνά είναι η πρώτη, εάν όχι η μόνη, πηγή πληροφοριών που έχουν οι γονείς σχετικά με τις διάφορες εκπαιδευτικές επιλογές και μορφές επικοινωνίας που είναι διαθέσιμες για τις οικογένειες παιδιών με ακουστική αναπηρία. Μία άρτια συμβουλευτική προσέγγιση της οικογένειας προϋποθέ- τει μια άρτια οργανωμένη διεπιστημονική ομάδα με επαγγελματίες διαφόρων ειδικοτήτων. Η συμβουλευτική βαρήκοων και γονέων μικρών παιδιών με βαρηκοΐα, είναι ένα σημαντικό και τεράστιο κε- φάλαιο, που ξεκινά από τη στιγμή της ανακοίνωσης του αποτελέσματος των διαγνωστικών ακοολογικών εξετάσεων. Ανάλογα με την αιτία της βαρηκοΐας ο ωτορινολαρυγγολόγος αποφασίζει πώς θα αντιμετωπιστεί το πρόβλημα. Αν το παιδί πάσχει από ωτολογική νόσο που επιδέχεται φαρμακευτική ή χειρουργική θεραπεία, σύντομα μπορεί να αποκατασταθεί ολικώς ή μερικώς η βαρηκοΐα.Αν υπάρχει βαρηκοΐα συγγενούς αιτιολογίας αξιολογείται το αν αποκαθίσταται η βαρηκοΐα με την εφαρμογή κατάλληλου ακουστικού βαρηκοΐας.Το παιδί του οποίου η βαρηκοΐα δεν αποκαθίσταται με την εφαρμογή ακουστικού βαρηκοΐας πιθανόν χρειάζεται τοποθέτηση κοχλιακού εμφυτεύματος και εκπαίδευση από ειδική ομάδα ωτορινολαρυγγολόγου, λογοθερπευτή, ψυχολόγου και κοινωνικού λειτουργού, μέχρις ότου αποκτήσει την καλύτερη δυνατή ικανότητα επικοινωνίας..