Θύμιζε… ησυχαστήριο εκείνες τις ώρες της φωτεινής μέρας του Φλεβάρη το… πάλαι ποτέ κέντρο των γραμμάτων και του πολιτισμού Βυζάρι, λίγο πριν μπεις στο μεγαλοχώρι του Φουρφουρά στο Αμάρι! Οι 25 άνθρωποί του που του δίνουν ακόμη λίγη ζωή και… αναπνέει, δεν φαίνονταν πουθενά, ακόμη και προς την έξοδο το καφέ-ταβερνείο της Ελένης Σταυρουλάκη χωρίς πελάτες έμενε κλειστό. Αλλά κλειστό μένει, αφού δεν έφτασαν ακόμα οι ξένοι, και η βιοτεχνία-έκθεση ξύλινων χρηστικών αντικειμένων στην πιάτσα. Ώσπου, μια γριούλα με… βοηθό στη βόλτα το μπαστουνάκι της, η Μαρία Βοσκάκη που «έφταξε στα 85 και σαλεύει ακόμη», βγήκε για ένα μικρό περίπατο και έξω από το χωριό για να μαζέψει λίγο… ήλιο και να ανασάνει όσο μπορεί… οξυγόνο στην ερημιά…

Περπατώντας στην άκρη του αυτοκινητόδρομου έκανε… στάσεις, παρατηρούσε και μονολογούσε με παράπονο! Όμως, φτάνοντας στο παλιό τσαγκάρικο του Στέφανου Κούνουπα (δείτε εδώ) κοντοστάθηκε και άρχισε νοσταλγικά να γυρίζει το νου της στους χρόνους που «ο μακαρίτης ο Στεφανής ήτανε πιτήδειος, ήτανε ο καλύτερος υποδηματοποιός στο Αμάρι κι είχενε πολλή δουλειά που δεν προλάβαινε!». Μα τότε, μένοντας στην εποχή της πληθυσμιακής ζωντάνιας του χωριού, που όλα τα σπίτια ήταν ανοιχτά και είχαν πολλές φωνές, «το Βυζάρι είχενε ούλες τσι δουλειές, είχενε και γιατρούς και δικηγόρους και σωμαράδες και χαρκιάδες και μπακάλικα κι ότι ήθελες…»

Έμεινε με την ταμπέλα του μόνο για να… θυμίζει τα χρόνια ζωής το τσαγκάρικο του Κούνουπα

ΤΑ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΑ ΓΙΝΟΝΤΑΙ… ΛΙΠΑΣΜΑ

Σταματά για λίγο στη… σιωπή, καθώς πλέον και η ίδια έχει εμπεδώσει πως οι κοινωνικές ανακατατάξεις των τελευταίων δεκαετιών, σαρώνουν σταδιακά και σταθερά τη ζωντάνια και απειλούν ακόμα και την ύπαρξη των οικισμών της ενδοχώρας. «Ξάνοιξε», λέει μέσα στη θλίψη και δείχνει μια πορτοκαλιά με τους καρπούς της πάνω που… αναζητεί τον άνθρωπο που θα της βγάλει τη φορτίο αλλά δεν βρίσκεται κανείς! Έτσι χάνεται η σοδειά, σαπίζει και καταλήγει, τα πορτοκάλια να γίνονται … λίπασμα στο χώμα που « βοηθά στη γέννα κάθε χρόνο». Αλλά την ίδια τύχη, δυστυχώς, έχουν και τόνοι του ελαιοκάρπου που δεν μαζεύονται, τους παίρνει το νερό της βροχής και τους… πνίγει ή μένουν καταγής στεγνοί όπως και τα άλλα εισοδήματα στην εύφορη… βυζαριώτικη γη…

Πλέον, τα χωράφια που κάποτε ζούσαν το μεγάλο σε αριθμό πληθυσμό… αδράνησαν και μπήκαν στην απαξία γιατί δεν υπάρχουν οι άνθρωποι που θα τα μαλάξουν, και θα τους δώσουν τροφή! Αφέθηκαν στο μαρασμό τους «και ότι θέλουν ας δώσουν τα φυτά και τα δέντρα». Έγιναν, σχεδόν όλα, βοσκοτόπια σε μια κοινωνία που και εδώ ο μανάβης και ο ψωμάς έχουν στο καθημερινό τους δρομολόγιο τους ανθρώπους του χωριού, και οι κτηνοτρόφοι έχοντας πια πλήρη… ελευθερία και λειτουργούν κατά το δοκούν αφού οι ιδιοκτήτες τους δεν φαίνονται!

Ο κεντρικός δρόμος στο Βυζάρι σχεδόν όλες τις ώρες είναι άδειος από τους 25 ανθρώπους που κατοικούν

«ΣΦΑΛΙΞΑΝΕ ΤΑ ΣΠΙΤΙΑ…»

«Οι εποχές εφύγανε παιδί μου και δεν ξανάρχονται», καταλήγει στη διαπίστωση η γιαγιά Βοσκάκη. «Τα παραιτήσανε ούλα, άδειασενε το Βυζάρι, χαθήκανε οι πολλοί και απομείναμε εμείς, ίσαμε είκοσι πέντε άτομα. Δε νεϊκεύει το χωριό, απομείναμε μόνο γερόντοι και γράδες οι πλια πολλοί, και μόνο ένα κοριτσάκι πάει στο γυμνάσιο του Φουρφουρά. Σφαλίξανε τα σπίτια…», λέει μέσα στον πόνο της και συνέχισε τη βόλτα για να ξεφύγει από τη συναισθηματική… καταχνιά. Μάλλον, όμως, πως η καταχνιά πύκνωσε τα… σύννεφα της ψυχής της! Μονολογούσε και περπατούσε, ταξιδεύοντας νοσταλγικά στο παρελθόν και βλέποντας με απελπισία το παρών και το μέλλον…