Ένα όμορφο ψαροχώρι, η Σαγιάδα, όπου η θάλασσά της φιλοξενεί λαυράκια… κέφαλους, τσιπούρες και γαρίδες και στη “λωρίδα” της λειτουργούν πολλάιχθυοτροφεία και δύο ιχθυογεννητικοί σταθμοί, είναι η άκρη της Ελλάδας στην άκρη της Θεσπρωτίας. Η ιστορία της είναι μεγάλη. 

Ο βυζαντινός
οικισμός της Σαγιάδας στα τέλη του ΧΙV αιώνα βρίσκονταν στα χέρια των Ανδεγαυών και το 1386 πέρασε στους Βενετούς. Το 1452 την κατέλαβε μαζί με τις υπόλοιπες κτήσεις των Βενετών
στα Ηπειρωτικά παράλια ο Τούρκος στρατηγός Χατζή Βέης και από τότε ξεκινάει ένας σκληρός αγώνας μεταξύ Βενετών και Τούρκων για την κυριαρχία της. Το 1454 την κατέλαβαν οι Βενετοί, και την έχασαν κατά την διάρκεια του α΄ Τουρκοβενετικού πολέμου (1463-1479). Το 1473 την ελευθέρωσε ο Ιωάννης Βλάσης για λογαριασμό των Βενετών, που την παρέδωσαν τελικά, με βάση την συνθήκη ειρήνης του 1479, στον Γκεντίκ Αχμέτ πασά, ο οποίος κατέστρεψε το φρούριό της, καθώς και το διπλανό του Στροβιλιού. Από τότε η περιοχή της Σαγιάδας παρέμεινε, με σύντομες αλλαγές, στα χέρια των Τούρκων, οι οποίοι εγκαταστάθηκαν στο μικρό λιμάνι της (Σκάλωμα Σαγιάδας), ελέγχοντας με τον Εμίνη τους (τελώνης) την διακίνηση των προϊόντων από και προς τα Γιάννινα, που ήταν το εμπορικό κέντρο της ηπειρωτικής Ελλάδας. Το 1799 ο Αλή Πασάς την καταλαμβάνει, ενώ το 1811 υψώνει στην περιοχή φρούριο απέναντι από την Κέρκυρα. Στα 1823 ο οικισμός πάνω στο βουνό καταστρέφεται από μεγάλο σεισμό. Το 1833 επισκευάζεται και επεκτείνεται η κεντρική εκκλησία του Αγίου Γεωργίου. 
Δεύτερος σεισμός στα 1872, κατέστρεψε εντελώς τον οικισμό. Το 1912 η Σαγιάδα απελευθερώνεται από τον Ελληνικό στρατό. Το 1943 οι Γερμανοί μαζί με τους Αλβανοτσάμηδες του γειτονικού μουσουλμανικού χωριού Λιόψη, έκαψαν το χωριό και οι κάτοικοί του σκορπίστηκαν στα χωριά προς τα βόρεια. Από το 1950 δημιουργήθηκε το καινούριο χωριό κοντά στη θάλασσα και τον κάμπο.