της Λίνας Φιλοπούλου
Σίγουρα θα το θυμόμαστε για πολύ καιρό το 2015. Η καθεμιά και ο καθένας για τους… δικούς του λόγους. Σίγουρα όμως γιατί μας υποσχέθηκε τόσα πολλά και μας πήρε πίσω επίσης τόσα πολλά. Θα σταθώ όμως στην πιο κορυφαία, για μένα, στιγμή όχι μόνο της χρονιάς που – επιτέλους – πέρασε, αλλά θα έλεγα συνολικά της μνημονιακής περιόδου. Μια πραγματικά συγκλονιστική εβδομάδα που θα μας σημαδεύει για πολλά ακόμα χρόνια.

Ας πάρουμε τα πράγματα από την αρχή όμως. Η ελληνική κοινωνία παρά τον φόβο που επικράτησε τη βδομάδα του δημοψηφίσματος λόγω των κλειστών τραπεζών και των capital controls, αλλά και της ασύδοτης προπαγάνδας και τρομοκρατίας των συστημικών μέσων ενημέρωσης, έδωσε μια ηχηρή και αδιαμφισβήτητη απάντηση με κάθε τρόπο ενάντια στη λιτότητα που επιφέρουν οι μνημονιακές πολιτικές, ήδη από το βράδυ της Παρασκευής στη μεγαλειώδη συγκέντρωση στο Σύνταγμα υπέρ του ΟΧΙ. Την Κυριακή της 5ης Ιουλίου η κάλπη έβγαλε ένα εκκωφαντικό και ταξικό ΟΧΙ στη συνέχιση των πολιτικών λιτότητας. Ήταν μια μεγαλειώδης νίκη και δικαίωση του κινήματος αντίστασης και των εργαζόμενων.

Και αμέσως μετά ήρθαν οι μέλισσες…

Πριν καλά καλά περάσουν λίγες ώρες από την επίσημη ανακοίνωση του αποτελέσματος και πριν καλά καλά προλάβουμε να χαρούμε για την παραίτηση Σαμαρά, ο πρωθυπουργός της χώρας ανακοίνωσε τη σύγκληση του συμβουλίου των ηττημένων από το δημοψήφισμα πολιτικών αρχηγών για την επόμενη μέρα. Αμέσως καταλάβαμε τι θα σήμαινε αυτό. Μάλιστα δεν άργησε να ακολουθήσει η συμφωνία της 13ης Ιουλίου, τα προαπαιτούμενα και τελικά η ψήφιση του τρίτου μνημονίου παραμονή δεκαπενταύγουστου και με επείγουσες διαδικασίες από την «πρώτη φορά αριστερή» κυβέρνηση.

Πολλά έχουν γραφτεί για τα γεγονότα του καλοκαιριού. Θα ήθελα ωστόσο να παρουσιάσω μια άλλη ανάγνωση αυτών των γεγονότων λαμβάνοντας υπόψη την πατριαρχική κοινωνία και τον πατερναλισμό της εξουσίας. Δεν ξέρω πόσες και πόσοι κάνατε το συνειρμό ανάμεσα στη μετατροπή του ΟΧΙ του δημοψηφίσματος σε ΝΑΙ και στο ΟΧΙ που λέει η γυναίκα σε έναν βιασμό που μετατρέπεται – από τον βιαστή αλλά και από την κοινωνία – σε ΙΣΩΣ και τελικά σε ΝΑΙ. Αναρωτιέμαι πόσες και πόσοι θεωρούν και αυτή την κυβέρνηση ως θύτη μιας ολόκληρης κοινωνίας, που αν και έδωσε τη δυνατότητα στο λαό να γίνει μέτοχος και να πάρει την τύχη του στα χέρια του, ήταν εκείνη που τελικά θα έπαιρνε την τελική απόφαση, σαν ένας άλλος αφέντης που καταδυναστεύει τη ζωή μας. Αυτό που συνέβη εδώ είναι μια ακραία άσκηση εξουσίας μιας μικρής ανδροκρατούμενης ομάδας απέναντι σε μια ολόκληρη κοινωνία που συνδέεται ακριβώς με αυτό που ονομάζουμε κουλτούρα του βιασμού. Η ευθύνη για όλα αυτά τα γεγονότα, που είναι συνέπεια ενός πολιτικού σχεδίου που ηττήθηκε, μετατείθεται στην κοινωνία. Όπως και η ευθύνη για το βιασμό μιας γυναίκας μετατείθεται στην ίδια την γυναίκα (τα γνωστά, γιατί κυκλοφορείς έξω μόνη σου τα βράδια, η φούστα σου είναι κοντή άρα πήγαινες γυρεύοντας, κάτι έκανες κι εσύ για να προκαλέσεις τέλος πάντων, κλπ, κλπ). Εκτός αν δεν επιζήσει. Μόνο τότε δέχεται η κοινωνία το αποτρόπαιο αυτό έγκλημα επιβολής εξουσίας πάνω στο γυναικείο σώμα. Η ελληνική κοινωνία όμως συνεχίζει να επιβιώνει, άρα θα πρέπει να αναλάβει και την ευθύνη των συνεπειών μιας εξουσίας που ασκούν κάποιοι άλλοι.

Η ηγεσία της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ υιοθέτησε χωρίς δεύτερη σκέψη αυτή την κουλτούρα όταν δεν ήρθε το αποτέλεσμα που ενδόμυχα επιθυμούσε για να βρει την κατάλληλη δικαιολογία να προχωρήσει με το σχέδιό της. Είναι ακριβώς αυτή η φυσικοποίηση του βιασμού στην ελληνική κοινωνία που επιτρέπει στην ηγεσία αυτής της κυβέρνησης, αυτών των βιαστών της λαϊκής ετυμηγορίας – όπως άλλωστε και των προηγούμενων κυβερνήσεων – να μην τους αμφισβητηθεί η εξουσία και να μείνουν ατιμώρητοι γι’ αυτό το έγκλημα. Είναι και αυτό μια επιπλέον ερμηνεία στο ότι θεωρήθηκε άξιο θαυμασμού και σεβασμού ότι ο Τσίπρας μετέτρεψε το όχι σε ναι και επιβραβεύτηκε μάλιστα γι’ αυτή του την πράξη στις εκλογές του Σεπτέμβρη από τόσο κόσμο, άντρες και γυναίκες.

Προσωπικά είμαι απολύτως σίγουρη ότι δεν επέτρεψα σε κανέναν να θεωρήσει ότι υπήρχε το παραμικρό περιθώριο να εννοηθεί διαφορετικά το ΟΧΙ που βροντοφώναξα στις 5 Ιουλίου. Ξέρω επίσης πολύ καλά ότι το 2016, και για όσο χρειαστεί, πρέπει όλες και όλοι να ξεσηκωθούμε, για να σταματήσουμε αυτή τη σιωπηρή συναίνεση και ανοχή απέναντι σε κάθε επιβολή εξουσίας και σε κάθε πράξη και πολιτική που μας καταπιέζει, για να μπορέσουμε κάποια στιγμή να δημιουργήσουμε μια κοινωνία ελευθερίας και δικαιοσύνης.