Ένα βιβλίο που κυκλοφόρησε στις ΗΠΑ πριν από εξήντα χρόνια, έμελλε να αλλάξει την ιστορία των κόμικς και να προκαλέσει μια…
υστερία κατά των περιοδικών που κάθε παιδί είχε δωμάτιο του. Το βιβλίο με τίτλο «The Seduction of the Innocent» (Η Αποπλάνηση των Αθώων) του Γερμανοαμερικανού ψυχιάτρου Φρέντρικ Γουέθαμ ήταν μια διεξοδική έρευνα για τις βλαβερές συνέπειες των κόμικς στα παιδιά. Συγκεκριμένα κατηγορούσε τα κόμικς ότι είναι υπεύθυνα για κάθε περίπτωση νεανικής και παιδικής παραβατικότητας, λόγων των λέξεων και των σκηνών που περιελάμβαναν.

Στις αναλύσεις του έγραφε ότι τα κόμικς υπαινίσσονται ότι ο Μπάτμαν και ο Ρόμπιν ήταν ομοφυλόφιλοι εραστές, ότι η Γουοντεργούμαν ήταν τόσο δυναμική και ανεξάρτηση όπως μια λεσβία ενώ καταλόγιζε στο Σούπερμαν ότι ήταν φασίστας. Το βιβλίο αυτό προκάλεσε έντονες αντιδράσεις, αλλά κατάφερε να σπείρει τον τρόμο σε πολλές αμερικανικές οικογένειες, με αποτέλεσμα να ξεσπάσει μια σταυροφορία κατά των κόμικς η οποία είχε σαν αποτέλεσμα ακόμα και το μαζικό κάψιμο των εν λόγω περιοδικών. Γονείς και παιδιά μάζευαν σε κούτες τα κόμικς και τα έκαιγαν μαζικά, για να ξεφορτωθούν αυτά τα… «κατασκευάσματα του διαβόλου».

Ο ψυχίατρος Φρέντρικ Γουέθαμ κατάφερε να γίνει ο μεγαλύτερος εχθρός της εκκολαπτόμενης τότε βιομηχανίας των κόμικς. Φυσικά δεν ήταν ο μόνος, καθώς εκείνη την εποχή εκπαιδευτικοί, θρησκευτικοί ηγέτες, αστυνομικοί, γονείς και πολλοί άλλοι είχαν ξεκινήσει ένα κίνημα κατά τον κόμικς. Ωστόσο η δική του φωνή υπερίσχυσε λόγω της ιδιότητας του, καθώς χρησιμοποιούσε επιχειρήματα από ιατρικές μελέτες που διεξήγαγε σε διάφορες ομάδες παιδιών. Την ίδια χρονιά, ύστερα από πιέσεις του Γκουέθαμ προς τον Αμερικανό Γερουσιαστή, ιδρύθηκε ο Σύνδεσμος Περιοδικών Κόμικ της Αμερικής, ως μια απάντηση στη γενικευμένη ανησυχία του κοινού για το αιματηρό περιεχόμενο των σκηνών που υπήρχαν στα κόμικς. Ο σύνδεσμος επινόησε έναν «κώδικα δεοντολογίας και προτύπων» που επιβλήθηκε στη βιομηχανία των κόμικς. Ο κώδικας (Comics Code Authority (CCA) απαγόρευσε την παρουσίαση αστυνομικών, δικαστών, κυβερνητικών αξιωματούχων με τέτοιο τρόπο ώστε να δημιουργείται έλλειψη σεβασμού για τις καθιερωμένες αρχές. Επίσης, σε κάθε περίπτωση και σε κάθε ιστορία έπρεπε να θριαμβεύει το καλό επί του κακού.

Ειδικοί περιορισμοί τοποθετήθηκαν στην εικόνα της απαγωγής και κρυμμένων όπλων, ενώ απαγορεύτηκαν πλήρως οι απεικονίσεις της «υπερβολικής βίας». Βαμπίρ, λυκάνθρωποι, φαντάσματα και ζόμπι απαγορεύτηκαν, ενώ τα κόμικς δεν θα μπορούσαν να αναφέρουν τις λέξεις «φρίκη», «τρομοκρατία», «έγκλημα». Τέλος απεικονίσεις «σεξουαλικής διαστροφής» και «παράνομες σχέσεις του σεξ», καθώς σκηνές αποπλάνησης, βιασμού, σαδισμού και μαζοχισμού απαγορεύονταν ρητά. Ωστόσο, πριν από την έγκριση του «κώδικα δεοντολογίας και προτύπων» που εφαρμόστηκε στα κόμικς, ορισμένες πόλεις είχαν ήδη είχαν οργανώσει δημόσιες καύσεις κόμικς. Τα δημοτικά συμβούλια της Οκλαχόμα Σίτι και του Χιούστον, ψήφισαν διατάγματα για την απαγόρευση της εγκληματικότητας και τη φρίκη των κόμικς, αν και μια προσπάθεια από το Λος Άντζελες της Καλιφόρνια κρίθηκε αντισυνταγματική από τα τοπικά δικαστήρια.

Για πολλά χρόνια, τα κόμικς έδωσαν τη θέση τους σε παιδικά αναγνώσματα, το σεξ αντικαταστάθηκε από ρομαντικές ιστορίες, οι γυναίκες ηρωίδες πέταξαν τα δερμάτινα και αποκαλυπτικά ρούχα και φόρεσαν μακριές φούστες και φαρδιά πουλόβερ, ενώ οι αστυνομικοί κέρδιζαν κάθε μάχη. Πολλές εταιρείες ζημιώθηκαν μέσα στην περίοδο της λογοκρισίας, καθώς οι πωλήσεις των κόμικς έπεσαν κατακόρυφα. Το σκηνικό άρχισε να ανατρέπεται το 1961 όταν ο Σταν Λι, βασικός συγγραφέας της Marvel και δημιουργός των μεγαλύτερων ηρώων της, εμπνεύσθηκε και με τον Τζακ Γκίρμπυ δημιούργησε νέους ήρωες που παρέκαμψαν τη λογοκρισία, όπως ο Χουλκ, ο Κάπτεν Αμέρικα, ο Σπάιντερμαν και άλλοι…