του Γεωργίου Χατζή
Ήταν η σκέψη που με συνείχε όλες αυτές τις ημέρες που προηγήθηκαν και επιβεβαιώθηκε πλήρως βλέποντάς τον στη νεκρική του κλίνη…


Ήταν τόσο όμορφος, γαλήνιος και ήρεμος, ήταν ένας άρχοντας ντυμένος στο κουστούμι του, που απολάμβανε τα έργα των χειρών του. Δεν θύμιζε σε τίποτα το ταλαιπωρημένο πρόσωπο του Νεκτάριου των τελευταίων χρόνων και οπωσδήποτε των τελευταίων μηνών.
Μπορώ να πω χωρίς υπερβολή ότι δεν τον έχω δει ποτέ ξανά τόσο όμορφο.
Με μεγάλη υπομονή, θάρρος, λεβεντιά και αρχοντιά υπέμενε όλα τα βάσανα της ζωής, της ζωής αυτής που τόσο πολύ διψούσε να χαρεί μέσα στα προβλήματά του.
Στην προσπάθεια μου να απαριθμήσω όσα αθλήματα θυμάμαι και γνωρίζω, σοκάρομαι επαναφέροντας τα στη μνήμη μου.
Δεν πτοήθηκε από το γεγονός ότι :
τον παράτησαν οι γονείς του νεογέννητο στα σκουπίδια,
μεγάλωσε στα ΠΙΚΠΑ,
έχασε το φως του λίγο πριν την περίοδο της εφηβείας του λόγω λανθασμένης φαρμακευτικής αγωγής,
το 1991 τραυμάτισε το δεύτερο νεφρό του (το πρώτο ήταν ήδη σε κακή κατάσταση) από πέσιμο και ξεκίνησε χημειοθεραπείες. Το αποτέλεσμα ήταν να πηγαίνει για 26 συναπτά έτη τρεις ημέρες την εβδομάδα για 6ώρες στο νοσοκομείο να του καθαρίσουν το αίμα.

άλλαζε συνεχώς ιδρύματα και σπίτια (ΠΙΚΠΑ, Φειδίου, Βούλα, Ελληνικό, Δραπετσώνα, χρονίων Παθήσεων),
είχε κάνει πολλές εγχειρήσεις σε όλο του το σώμα (επτά γνωρίζω σίγουρα εγώ),
είχε επιληψία,
είχε πάμπολλα νευρολογικά προβλήματα, που του δημιουργούσαν εκνευρισμό και του προκαλούσαν συνεχόμενες σπαστικές κινήσεις,
είχε κάνει το νοσοκομείο της Βούλας δεύτερο σπίτι του με μακροχρόνιες παραμονές σε αυτό, λόγω των συνεχομένων λοιμώξεων που πάθανε από τις φίστουλες και τις πεταλούδες της αιμοκάθαρσης,
στο τέλος σταμάτησαν να λειτουργούν και οι πνεύμονές του από τις συνεχόμενες λοιμώξεις με αποτέλεσμα να χρειάζεται 24ωρη παροχή οξυγόνου,
μαζί με το οξυγόνο αναγκάζετο να φοράει και πάνες, καθηλωμένος στο κρεββάτι του πόνου (πονούσε παντού στο τέλος) και να υφίσταται την ταπείνωση να τον αλλάζουν και να τον πλένουν 2 φορές την ημέρα μόνο. Τις υπόλοιπες ώρες απλά υπέμενε καρτερικά να έρθει η ώρα να καθαριστεί.
Αυτός ο άρχοντας λοιπόν αντιμετώπιζε τα πάντα με ηρεμία, με ένα χαμόγελο στα χείλη, σαν να μην τον αφορούσαν τα προβλήματά του, σαν να μην ήταν δικός του σταυρός αλλά κάποιου άλλου, σαν να ήταν όλες οι ταλαιπωρίες του φυσικές και αυτονόητες για όλους. Δεν τον άκουσα να παραπονιέται ποτέ και για τίποτα, αλλά αντίθετα ήταν ένας στύλος δύναμης και παρηγοριάς για όλους μας.
Ήταν τιμή για όλους μας νομίζω, να είμαστε φίλοι ενός τέτοιου αγωνιστή.
Τώρα που κοιμήθηκε, η τιμή μετατράπηκε θεωρώ σε ευλογία.
Ευλογία τεράστια να έχουμε έναν τέτοιο φίλο να πρεσβεύει υπέρ ημών μέσα στη χορεία των μαρτύρων του Χριστού μας.
Μην μας ξεχνάς λοιπόν Νεκτάριε, όλους εμάς που σε αγαπήσαμε πραγματικά στην πορεία της ζωής σου.
Εμάς, τα μέλη της οικογένειάς σου όπως συνήθιζες τιμητικά να μας αποκαλείς.

Ειδικά τώρα που σε έχουμε πραγματικά ανάγκη, εμείς, εσένα τον “τυφλό”, “σακάτη” και «αξιολύπητο» φίλο μας…