Οι διαχειριστές των hedge funds είναι αναμφίβολα τα αστέρια της βιομηχανίας διαχείρισης χρήματος… Είναι αυτοί που μπορούν να επιτύχουν τις εντυπωσιακές αποδόσεις που ενθουσιάζουν τους επενδυτές. Αλλά οι επαγγελματίες της χρηματοοικονομικής μηχανικής έχουν αντιγράψει την μυστική τους συνταγή και βρίσκουν νέους τρόπους να την πουλήσουν, γράφουν σε σημερινό τους δημοσίευμα οι Financial Times.

Σημειώνουν ότι η πιο διαδεδομένη τάση στην βιομηχανία διαχείρισης χρήματος είναι η στροφή προς την παθητική επένδυση. Περίπου 3 τρισ. δολάρια είναι τοποθετημένα σε ΕΤFs και σε index funds που απλά αναπαράγουν την απόδοση μιας ευρύτερης αγοράς, όπως ο S&P 500, ο δείκτης Barclays Aggregate bond index ή ο FTSE 100.

Η βασική απόδοση μιας αγοράς είναι γνωστή ως «beta» στην χρηματοοικονομική ορολογία. Στον αντίποδα, οι διαχειριστές hedge funds προσπαθούν να προσκομίσουν «alpha», αποδόσεις πάνω και πέρα από την ίδια την αγορά, μέσα από μια πληθώρα στρατηγικών, από τον στοιχηματισμό στις κινήσεις των παγκόσμιων νομισμάτων ως την έκρηξη στις συγχωνεύσεις εταιρειών.

Η υπόσχεση του «alpha» είναι αυτό που προσελκύει τους επενδυτές να πληρώσουν παραπάνω για τις υπηρεσίες τις εναλλακτικής βιομηχανίας διαχείρισης ενεργητικού.

Αλλά αναλυτές σε τράπεζες και επενδυτικούς οίκους έχουν εξετάσει τις αποδόσεις των διαχειριστών χρήματος, χρησιμοποιώντας υπολογιστές και εντοπίζοντας διάφορους παράγοντες που κρύβονται πίσω από αυτές. Τώρα ορισμένοι λένε πως έχουν καταγράψει τις στρατηγικές διάσημων hedge funds και μπορούν να τις αντιγράψουν με λιγότερο κόστος.

«Συνειδητοποιούμε τώρα ότι πολλά από όσα νομίζω ότι ήταν “alpha” δεν είναι τίποτα άλλο από μια εναλλακτικής μορφής “beta”» λέει ο Yazann Romahi, επικεφαλής του βραχίονα ποσοτικής επένδυσης της JPMorgan Asset Management. «Αυτό θα μεταμορφώσει την βιομηχανία των hedge fund».

H JPMorgan Asset Management υπολογίζει ότι το ενεργητικό της βιομηχανίας «εναλλακτικών beta» έχει ανέλθει από περίπου 2 δισ. δολάρια το 2010 σε 50 δισ. δολάρια σήμερα.

Το αρμπιτράζ στις εξαγορές και συγχωνεύσεις είναι ένα καλό παράδειγμα μιας εξαιρετικά εξειδικευμένης στρατηγικής hedge fund που οι quants (σ.σ. από το quantitative) λένε ότι μπορούν να αντιγράψουν. Οι arbs (σ.σ. από το arbitrage) στοιχηματίζουν στο αν οι συγχωνεύσεις εταιρειών θα επιτύχουν ή θα αποτύχουν. Όταν μια εταιρεία κάνει μια προσφορά για έναν ανταγωνιστή, θα προσφέρει συνήθως μια τιμή πάνω από την χρηματιστηριακή αξία, αλλά υπάρχει πάντα ο κίνδυνος το ντιλ να καταρρεύσει, οπότε οι μετοχές κινούνται συνήθως κάτω από την τιμή της προσφοράς.

Τα ικανά arb funds – που συνήθως απασχολούν δικηγόρους, ειδικούς σε αντιμονοπωλιακά θέματα και πρώην στελέχη επενδυτικών τραπεζών – αγοράζουν μετοχές στόχων όταν πιστεύουν ότι το ντιλ θα προχωρήσει και «σορτάρουν» μετοχές όταν πιστεύουν ότι το ντιλ θα ναυαγήσει. Όσο καλύτερο είναι το fund τόσο πιο ακριβής είναι η πρόβλεψη για το τι θα γίνει.

Είναι τόσα τα ντιλ που ολοκληρώνεται που ακόμα και ένα μέσο arb fund βγάζει αρκετά λεφτά, καθώς πιάνουν αυτό που ο κ. Romahi αποκαλεί «το risk premium αποτυχίας ενός ντιλ».

Αλλά οι quants πιστεύουν τώρα ότι μπορούν να τα πάνε ακόμα καλύτερα από το απλά να αγοράζουν συστηματικά στόχους συγχωνεύσεων, με το να μελετούν ιστορικά στοιχεία για το ποια ντιλ ολοκληρώνονται και ποια ναυαγούν και να σταθμίζουν ανάλογα τα στοιχήματα τους.

Για παράδειγμα ο Yin Luo, ο chief quant στην Deutsche Bank, υποστηρίζει ότι ο πιο καθοριστικός παράγοντας για το αν θα ολοκληρωθεί ένα ντιλ είναι η ηλικία του. Με λίγα λόγια, όσο πιο πολύ τραβάει τόσες λιγότερες είναι οι πιθανότητες να κλείσει. Αλλά ο ίδιος έχει εντοπίσει διάφορους παράγοντες που επηρεάζουν το ποσοστό επιτυχίας στις συγχωνεύσεις και τις εξαγορές, χρησιμοποιώντας τις ίδιες στατιστικές τεχνικές που χρησιμοποιούν οι γιατροί για να καθορίσουν πόσο θα ζήσει ένας ασθενής με καρκίνο.

Συνήθως οι quants είναι σίγουροι ότι η μαθηματική τους προσέγγιση φέρνει καλύτερα αποτελέσματα από την ανθρώπινη διαίσθηση. Οι παραδοσιακοί arbs είναι «καλοί αλλά όχι πολύ ακριβείς. Το μοντέλο μας έχει αποδειχθεί πολύ πιο ακριβές από τα arb funds» σημειώνει ο κ. Luo.

To αρμπιτάρζ στις εξαγορές και συγχωνεύσεις είναι μόνο μια από τις δημοφιλείς στρατηγικές των hedge funds που αντιγράφουν oι quants. Στις υπόλοιπες στρατηγικές περιλαμβάνονται μεταξύ άλλων τα παγκόσμια μάκρο – ο στοιχηματισμός στις μεταβολές των διεθνών επιτοκίων και συναλλαγματικών ισοτιμιών – και οι στρατηγικές που ακολουθούν ακτιβιστές επενδυτές όπως ο Dan Loeb, ο Bill Ackman και ο Carl Ichan.

Οι συνέπειες για την βιομηχανία είναι σημαντικές. Ο κ. Romahi αναφέρει πως τα στοιχεία δείχνουν ότι ορισμένοι διαχειριστές hedge fund «παράγουν alpha μόνο για να πληρώσουν τον εαυτό τους» και αναμένει ότι τα φθηνότερα ETFs θα οδηγήσουν χαμηλότερα τις προμήθειες. «Η βιομηχανία των hedge funds χωρίζεται ανάμεσα σε αυτούς που είναι πραγματικά ενεργητικοί και αυτούς που παράγουν εναλλακτικά beta» σημειώνει.

Φυσικά υπάρχει πάντοτε ο κίνδυνος ότι ακόμα και με την κατάλληλη συνταγή ένας κατώτερος σεφ θα δυσκολευτεί να αναπαράγει το πιάτο ενός πραγματικά ικανότερου.

Αν και οι quants έχουν επεξεργαστεί τα νούμερα τους μέσα από υπερυπολογιστές, τα μοντέλα τους για το τι πραγματικά λειτουργεί βασίζονται σε ελέγχους έναντι ιστορικών στοιχείων. Η χρηματοπιστωτική κρίση έδειξε πως η υιοθέτηση μοντέλων μπορεί να τινάξει στον αέρα τις πραγματικές αγορές, είτε άμεσα, είτε πιο μακροπρόθεσμα.

«Δεν έχω σε μεγάλη εκτίμηση αυτούς τους αντιγραφείς των hedge funds» δηλώνει ο Robert Frey, CIO στην FQS και καθηγητής ποσοτικής χρηματοοικονομικής στο Stony Brook University. «Τα κάνουν όλοι θάλασσα όταν αλλάζει το καθεστώς στις αγορές».

Σε κάθε περίπτωση, η αντίληψη ότι η στροφή από την ενεργητική στην παθητική επένδυση θα φέρει τα πάνω κάτω στην βιομηχανία των hedge fund κερδίζει υποστηρικτές.

«Βρισκόμαστε ακόμα στα πρώτα στάδια, αλλά μπορεί να δει κανείς πως ο ανταγωνισμός ανάμεσα στις δύο τάσεις θα οδηγήσει σε εναλλακτικές» τονίζει ο Jeffrey Knight, επικεφαλής κατανομής ενεργητικού στην Columbia Threadneedle.