Ο Θεσπρωτό λόγιος Νίκος Νίτσιος, άφησε εποχή στα ελληνικά γράμματα, έζησε για… αρκετά χρόνια και μέχρι το θάνατο του (1940) στον ακριτικό Τσαμαντά Φιλιατών στα ελληνοαλβανικά σύνορα. Αν και “ερημίτης”, δεν ήταν καθόλου αποκομμένος από τον γύρω κόσμο και και από τα προβλήματα του καιρού του και του τόπου του. 

Ο Νικόλαος Νίτσος, μετά την αποφοίτηση του από τη Σχολή του Γένους, θα ακολουθήσει τα βήματα του εκ μητρός θείου και ευεργέτη του, του Μητροπολίτη Προύσης Ναθαναήλ. θα χρηματίσει ιδιαίτερος γραμματέας του, αρχικά για ένα μικρό χρονικό διάστημα στις Σέρρες, και τελικά στη Γραμματεία της Μητρόπολης Προύσας επί 22 συναπτά έτη. Κατά το διάστημα της παραμονής του στην Βιθυνία, θα διατελέσει ανταποκριτής όλων σχεδόν των εκδιδομένων στην Κων/πολη ελληνικών εφημερίδων με τακτικές ανταποκρίσεις και άρθρα κοινωνικού, πολιτικού και φιλολογικού περιεχομένου, εγκαινιάζοντας έτσι την πρώτη του θητεία στα γράμματα. Μετά το θάνατο του θείου του Ναθαναήλ (1908), εγκαθίσταται μονίμως στην Κων/πολη, για να επιδοθεί, όπως γράφει” εις ιδιαιτέρας εργασίας τραπεζικού και εμπορικού κλάδου”. Εκεί θα τον βρούν τα πολεμικά γεγονότα της περιόδου 1912-13. Ένα χρόνο αργότερα (1914) θα θελήσει ο ίδιος να ζήσει από κοντά τη χαρά της απελευθέρωσης της Ηπείρου. 
“Εσκόπουν, γράφει ο ίδιος, μετά την διαμονήν ολίγων μηνών εν τη γενεθλίω κώμη μου, να επανέλθω και πάλιν εις την θαυμασίαν πόλιν των Κωνσταντίνων, ην αδύνατον να λησμονήσει ποτέ ο άπαξ επισκεφθείς αυτήν και προ πάντων ο ζήσας εν αυτή ίνα συνεχίσω τας εργασίας μου”. Αλλά έμεινε πλέον μόνιμα στον Τσαμανατά. Στην γενέτειρα του τον βρήκε τ η έκρηξη του Α’ παγκοσμίου πολέμου (Αύγουστος 1914). Καθηλωμένος αναγκαστικά στο χωριό του, θα παρακολουθήσει απ’ εκεί το τραγικά γεγονότα της περιόδου εκείνης με αποκορύφωμα την εθνική συμφορά του 1922 και το ξερίζωμα του μικρασιατικού Ελληνισμού. Ημερήσιες εφημερίδες και περιοδικά της ημεδαπής και του εξωτερικού φιλοξενούσαν συνεργασίες του. Η “Ήπειρος”, η “Ελευθερία” , η “Εβδομάδα” της Κων/πολης, η “Πατρίς” των Αθηνών, η “Ατλαντίς” και ο “Εθνικός Κήρυξ” της Ν.Υόρκης, τα “Ηπειρωτικά Χρονικά” κ.ά., δημοσίευαν κατά καιρούς άρθρα, μελέτες και ανταποκρίσεις του. Πρόκειται για έναν μεγάλο αριθμό δημοσιευμάτων, τα οποία, εκτός από τη χρονογραφική τους επικαιρότητα, ενέχουν και ευρύτερη ιστορική σημασία. 
Η Μονή Αγίου Γεωργίου Καμίτσιανης (Ο Αι’-Γιωργης των Τσαμαντιωτών) θα είναι το πρώτο αντικείμενο έρευνας του Νίτσου στο χώρο της γενέτειρας. Καρπός της έρευνας αυτής ήταν το πρώτο μικρού σχήματος βιβλίο η “Μονογραφία περί της εν Τσαμαντά της Ηπείρου ενοριακής Μονής του Αγίου Γεωργίου Καμύτζιανης”, θα τυπωθεί το 1924 στα Γιάννινα. Το 1926 κατορθώνει να τυπώσει τη “Μονογραφία περί της εν Ηπείρω κώμης του Τσαμαντά”, που ήταν έτοιμη από το 1920, όπου καταγράφει τα ήθη και τα έθιμα του τόπου του και τις κοινωνικές σχέσεις που έδεναν τους ανθρώπους στη λύπη και στη χαρά, στον ξενιτεμό και στην αντάμωση. Είναι διάχυτη σε πολλά σημεία του λαογραφικού του έργου, μια λυρική διάθεση, ιδιαίτερα σε ότι αφορά την αγάπη στη φύση και οτην ομορφιά, αλλά και η γλαφυρότητα των διηγήσεων του, παράλληλα με το λεπτό χιούμορ του, όταν περιγράφει συνήθειες και καταστάσεις ζωής των συμπατριωτών του. Παραδοσιακός στις κοινωνικές του ιδέες ο Νίτσος, δεν παύει να διατυπώνειτις επιφυλάξεις του για κάθε νεοφανές και ξενόφερτο επιμένονταςστην παράδοση: “Το παλαιόν έθος χαίρει την προτίμησίν μου”.