Γράφει ο Γιώργος Ευγενίδης

Φτάσαμε να τα ζούμε όλα από τα social media. Να διασκεδάζουμε από τα social, να θρηνούμε από τα social, να σκεφτόμαστε στα social, σαν να θέλουμε κάποιον να μας ακούσει όταν σκεφτόμαστε δυνατά.

Προς Θεού, δεν θα κάνω τον τιμητή των μέσων κοινωνικής δικτύωσης. Πώς θα μπορούσα άλλωστε να το κάνω εγώ που περνάω ένα μεγάλο μέρος της μέρας μου στο facebook και στο twitter είτε λόγω δουλειάς είτε λόγω διασκέδασης.

Εσχάτως μάθαμε ότι τα social μπορούν να βγάλουν και καλλιτέχνες. Όχι απλά να λειτουργήσουν συμπληρωματικά στην προώθηση ενός καλλιτεχνικού μηνύματος, αλλά στην πραγματικότητα να μεγιστοποιήσουν το μηδαμινό impact που θα είχε ένας τυχαίος χρήστης του youtube. Μια τέτοια περίπτωση ήταν και ο Παντελής Παντελίδης. Και ίσως ήταν και η πιο χαρακτηριστική περίπτωση σε αυτό το είδος για τον ελληνικό μικρόκοσμό μας.

Και ξαφνικά, η πραγματική ζωή σε αποσπά. Σε ταρακουνά. Ο Παντελίδης πέθανε, τροχαίο. Και εσυ να ψάχνεις να το επιβεβαιώσεις. Όχι γιατί σου άρεσε τρελά ο Παντελίδης, αλλά γιατί είναι η δουλειά σου και πρέπει να απομονώσεις το οποιοδήποτε συναίσθημα, όταν αναζητάς την πληροφορία. Οδηγούσα το πρωί, πηγαινοντας σε δουλειά και προσπαθούσα να βρω στο τηλέφωνο (με handsfree έστω) αξιωματικούς της Τροχαίας να μου επιβεβαιώσουν την πληροφορία. Εκεί που πάρκαρα το αυτοκίνητο και με ξέρουν με ρώτησαν, αν ισχύει. Στο μαγαζί που ήπια καφέ το συζήτησα με το αφεντικό. Είδα έναν μεγαλοσχήμονα στο διπλανό τραπέζι να κουνά το κεφάλι του με λύπη και να λέει σχεδόν ψιθυριστά «κρίμα». Πήγα να πάρω εφημερίδα και ένα περιοδικό και άκουσα τον περιπτερά να το συζητά με έναν πελάτη. Έτσι θα γινόταν στο 99,9% των περιπτώσεων σε όλο τον κόσμο. Ο θάνατος είναι πραγματική ζωή και είναι καταλύτης. Ιδίως, όταν πεθαίνει κάποιος γνωστός και αγαπημένος για πολύ κόσμο, το σοκ του θανάτου πολλαπλασιάζεται.

Δεν έχει καμία σημασια, αν άκουγες ή δεν άκουγες Παντελίδη. Δεν έχει καμία σημασια αν σου άρεσε ή δεν σου άρεσε. Δεν έχει καμία σημασια τον θεωρούσες μαύρο σκυλί ή αν σε έφτιαχνε καλλιτεχνικά. Κανείς δεν σε ρώτησε. Το συμπέρασμα στην τελική είναι πως πέθανε ένας νέος άνθρωπος πάνω στην άσφαλτο. Είχε πιει ή δεν είχε πιεί; Ήταν πεσμένος ή δεν ήταν πεσμένος ψυχολογικά λόγω του κραξίματος για εκείνο το ανόητο στιχάκι με την γκόμενα στα κατεχόμενα; Έτρεχε πολύ ή δεν έτρεχε; Κανείς δεν μπορεί να δώσει συγκεκριμένες απαντήσεις και, κατά την ταπεινή μου γνώμη, δεν έχουν και πολλή σημασια αυτή τη στιγμή.

Το σημαντικό είναι πως ένας νέος άνθρωπος πέθανε στην άσφαλτο. Και ο καθένας είχε την όρεξη να βγει και να πει τη μαλακία του. Στα social, στην ασφάλεια αυτής της μικρής μας αρένας. Καμιά φορά όμως, σε ορισμένες περιστάσεις, η πραγματική ζωή ξεπερνά την πραγματικότητά μας στο facebook. Και τότε, πρέπει τουλάχιστον να έχουμε το ένστικτο της αυτοσυγκράτησης και να κλείνουμε το στόμα μας, πριν πούμε τη μαλακία μας από τη βολή της καρέκλας μας. Γιατί, θα μπορούσε να είναι ο αδερφός, ο φίλος, ο σύντροφος, ο συγγενής μας. Και κανένας δεν έχει ανάγκη τις εξυπναδούλες για τα likes, την ώρα που κάποιοι άνθρωποι (οι πολύ δικοί του) περνούν το δικό τους μαρτύριο.

Έφυγε ένα νέο παιδί. Τελεία. Μάθετε να σιωπάτε, όταν πρέπει. Η πραγματική ζωή καμιά φορά μας επιβάλλεται με τέτοιο απόλυτο τρόπο που δεν χρειάζεται να κάνουμε διαγωνισμό μεταξύ μας για το ποιος θα πει και θα γράψει τη μεγαλύτερη μαλακία. Κάντε στον εαυτό σας αυτή τη χάρη…