Γράφει ο Χρίστος Χ. Λιάπης

Φοιτητής Ιατρικής Α.Π.Θ. 

Με τους δείκτες του αποτροπιασμού και της αηδίας μας να… απογειώνονται, συναγωνιζόμενοι τους αντίστοιχους δείκτες τηλεθέασης της σατιρικής εκπομπής του κ. Λάκη Λαζόπουλου, τον ακούσαμε, την περασμένη Τρίτη, στην προσπάθειά του να αποδομήσει τον κ. Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, να απαξιώνει το σύνολο των συνανθρώπων μας που αντιμετωπίζουν κινητικά προβλήματα, εξισώνοντας την καθήλωση σε αναπηρικό αμαξίδιο με την ιδεοληπτική καθήλωση του μυαλού. Προς απάντηση στο, τουλάχιστον ατυχές και κατά το μέγιστον αήθες, σχόλιό του, παραθέτω άρθρο το οποίο είχα δημοσιεύσει, στις 14 Απριλίου 2002, ως πεμπτοετής -τότε- φοιτητής της Ιατρικής στην εφημερίδα της Λάρισας -που είναι και η πόλη της καταγωγής του Λάκη- “Ελευθερία”, υπό τον τίτλο “Το «ελάττωμα» ως πηγή δημιουργίας”:

Ένα από τα συνηθισμένα παρωνύμια της κοινωνίας μας είναι ο χαρακτηρισμός «κοινωνία της ομοιομορφίας». Χαρακτηρισμός απόλυτα δικαιολογημένος μια και το σύγχρονο κοινωνικό μας πλαίσιο, σε όλες τις εκφάνσεις του υιοθετεί και επιβραβεύει πανομοιότυπους τρόπους έκφρασης και συμπεριφοράς, που οφείλουν να ανταποκρίνονται σε ένα συγκεκριμένο και καθολικά αποδεκτό πρότυπο. Παρά τη στενή επαφή με πολλαπλά, διαφορετικά και ετερόκλιτα πολιτισμικά δεδομένα –που έχει επιφέρει η παγκοσμιοποίηση- οι σύγχρονες δυτικές ή δυτικοποιημένες κοινωνίες μας αρνούνται (και συχνά φοβούνται) το διαφορετικό, το ασυνήθιστο, το «άλλο».

Όταν μάλιστα αυτή η συλλογική ή η ατομική διαφορετικότητα δεν είναι ένα ιδιότυπο πολιτισμικό χαρακτηριστικό αλλά μια φυσική ιδιαιτερότητα, ένα σωματικό ή ψυχικό (γενετικό ή επίκτητο) «ελάττωμα», τότε η άρνηση και η περιθωριοποίηση αυξάνονται, ενώ πίσω από την επιστρωμένη με συμπόνια ασυνείδητη φοβία μας διαγράφεται η απαίτηση της κοινωνίας για ομοιογένεια, για ομοιογενοποίηση των αναγκών, των ικανοτήτων και των εκφράσεων.
Αφήνοντας κατά μέρος τα συνηθισμένα ευχολόγια για σεβασμό των ατόμων με «ειδικές ανάγκες» – ή ατόμων με «ειδικές ικανότητες» κατά το πολιτικώς ορθότερο θα θέλαμε να αναφέρουμε ότι ο τρόπος με τον οποίο προσεγγίζει η κάθε κοινωνία τη φυσική διαφορετικότητα δεν αντανακλά απλώς το επίπεδο της πολιτισμικής της ωριμότητας αλλά ουσιαστικά προσδιορίζει τις κοινωνικές δυνατότητες για δημιουργία, για έμπνευση και για συνολική πρόοδο.
Ο Γκαρίντσα, ένας μεγάλος Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής που μεσουρανούσε τη δεκαετία του ’60 και οδήγησε την Βραζιλία στην κατάκτηση δύο παγκοσμίων κυπέλλων, έμεινε στην ποδοσφαιρική ιστορία ως ο παίκτης με την καλύτερη ντρίπλα όλων των εποχών. Το αξιοσημείωτο είναι ότι ο παίκτης αυτός είχε προσβληθεί μικρός από πολυομυελίτιδα με αποτέλεσμα να εμφανίζει σοβαρό κινητικό ελάττωμα στα πόδια. Αυτή του όμως η φυσική «ελαττωματικότητα» ήτανε η πηγή της ποδοσφαιρικής του ικανότητας. Το ημιπαράλυτο από την αρρώστια πόδι του γλιστρούσε απρόβλεπτα πάνω από την μπάλα, τη χάιδευε απαλά, την κλώτσαγε σπασμωδικά, γεννώντας την πιο μαγική ντρίπλα που είδαμε ποτέ σε γήπεδο.
Ο περίφημος αρχιτέκτονας Λε Κορμπυζιέ ίσως να μην μπορούσε να εμπνευστεί και να θεμελιώσει την ιδιαίτερη τάση της μοντέρνας αρχιτεκτονικής του αν δεν έχανε την τρισδιάστατη όρασή του, στα 31 του χρόνια, εξαιτίας μίας βλάβης στο αριστερό του μάτι.
Έτσι, αδυνατώντας να προσδιορίσει την τρίτη διάσταση των αντικειμένων, συλλαμβάνοντας την οπτική πραγματικότητα των όγκων με έναν εντελώς δικό του, «ελαττωματικό» τρόπο αίσθησης, δημιούργησε μια ξεχωριστή αρχιτεκτονική τάση, με έντονη πλαστικότητα και ενισχυμένες γλυπτικές αναφορές, που αγωνίζεται να τιθασεύσει τη σύγκρουση των όγκων με το δισδιάστατο επίπεδο και μέσα από τις καμπυλωμένες, τις παραμορφωτικές σαν οπτικούς φακούς, επιφάνειες της μετασχηματίζει το «ελάττωμα» σε δημιουργική αναζήτηση της πληρότητας.
Οι επισκέπτες του Αγίου Όρους έμεναν κατάπληκτοι όταν, παλαιότερα, συναντούσαν τον πρωτοψάλτη της βυζαντινής μουσικής. Ο άνθρωπος αυτός ήταν βραδύγλωσσος. Αυτή του όμως η «ελαττωματική» η ιδιαίτερη ομιλία, η δυσκολία των λέξεων να αρθρωθούν αυτόνομα, η ψυχαναγκαστική επανάληψη ημιτελών συλλαβών, ήτανε η πηγή της εκκλησιαστικής του έκφρασης. Ήτανε η ιδιαιτερότητα που μεταμόρφωνε το τραύλισμα της ομιλίας σε μελωδικό, θρησκευτικό τερέρισμα, σε ασύγκριτο βυζαντινό ισοκράτημα, σε μοναδική δοξολογία ευχαριστίας και παραπόνου.
Τέλος, κανείς δεν μπορεί αν μείνει ασυγκίνητος βλέποντας έναν παρκινσονικό ασθενή να χορεύει ζεϊμπέκικο. Τα μικρά κοφτά βήματα, η σκυφτή στάση, η απώλεια της ισορροπίας και το μοναχικό παράπονό όσων υποφέρουν από τη νόσο, βρίσκουνε την αρμονική τους έκφραση μέσα σε έναν χορό που είναι εξ’ ορισμού ακανόνιστος, χωρίς συγκεκριμένο βηματισμό, με κινήσεις νευρικά ασύνδετες και σπασμωδικά μοναχικές.
Ο ζεϊμπέκικος χορός δεν είναι παρά η χορογραφία ενός ανθρώπου που υποδύεται ότι χάνει την ισορροπία του και η νόσος του Πάρκινσον, ούσα η ίδια μια ζωντανή ιστορία ενός ανθρώπου που αγωνίζεται να ισορροπήσει, με τα κοφτά σαν ζεϊμπέκικες πενιές βήματα, αναδεικνύει το «ελάττωμα» και την κινητική υπολειμματικότητα σε χορευτικό χάρισμα εκφραστικής λύτρωσης.
Αυτό που η κοινωνία μας ορίζει –συγκρίνοντάς το με το πρότυπο της αυτιστικής φυσιολογικότητάς της –ως «ελάττωμα» ή ως «ιδιαιτερότητα» μπορεί, αν βρει τις κατάλληλες συνθήκες ευκαιρίας, να λειτουργήσει ως πηγή δημιουργίας, έμπνευσης και έκφρασης χαρισματικών δυνατοτήτων.
Από τους τυφλούς μάντεις της αρχαιότητας, που οι θεοί τους τύφλωναν, ανταμείβοντας τους με το χάρισμα της αυξημένης μαντικής διαίσθησης, ως τις τραυλές αγγελικές ψαλμωδίες και το μακρύ ζεϊμπέκικο των παρκινσονικών, προβάλλει ανάγλυφα η διαχρονική ανάγκη να επαναδιαπραγματευτούμε τον τρόπο προσδιορισμού του (ομοιόμορφου) «φυσιολογικού» και του (διαφορετικού) «ελαττωματικού», εγκαταλείποντας την αντίληψη της «ελαττωματικότητας του διαφορετικού» και υιοθετώντας μια νέα κοσμοθεωρία που αναδεικνύει τη «διαφορετικότητα του ελαττώματος» σε παράγοντα εμπνευσμένης πολιτισμικής προόδου και δημιουργικής έκφρασης.