Στους απίθανους γάμους που… έγραψαν, ήταν και αυτός τον Ιανουάριο του 1955, που… το ζευγάρι αντάμωσε και γνωρίστηκε ακόμα και στο πρόσωπο στην… εκκλησία «την ώρα της στέψης»! Σήμερα, όμως, ο Παντελής Γαραντωνάκης από τον Κισσό και η Μαρίκα Μιχελακάκη από τον Κεραμέ του δήμου Αγίου Βασιλείου Ρεθύμνου, εξήντα χρόνια κάτω από την ίδια στέγη της οικογένειας παραμένουν «όπως και τότε», σαν ο έρωτας τους να κρατιέται αναλλοίωτος και ισχυρός στο πέρασμα του χρόνου και να μην ταρακουνιέται από κανένα… ρίχτερ!

Τα χρόνια, αν και ο φιλήσυχος και τυραννισμένος στη γη Κρητικός έφτασε κοντά στον αιώνα ζωής και η ταλαιπωρημένη στην αγροτιά γυναίκα του έχει λίγα… τέρμινα πριν τα ενενήντα, δεν τους έφθειραν τα συναισθήματα και «την «έγνοια του ενός στον άλλο». Εξακολουθούν να είναι τόσα δίπλα και σήμερα, που ο παππούς Παντελής μοιράζεται μαζί της ακόμα «και την μια κούπα το νερό», αλλά και «τη μια… καραμέλα που θα του δώσουν και την μοιράζονται».

Μια άποψη του χωριού κοντά στις παραλίες του Λιβυκού

Τότε, κατά τις επικρατούσες οπισθοδρομικές αντιλήψεις, η επιλογή της ανδρός για τον γάμο, είχε παγιωθεί να είναι απόφαση των γονιών της νύφης. Και συνέβαινε, συχνά, και η γνωριμία και η συνύπαρξη, δυστυχώς, που ακολουθούσε, να ήταν απρόσμενη και έξω από κάθε λογική, αφού η γυναίκα θεωρούνταν υποταγμένη στις επικρατούσες συνθήκες και στον άντρα, που χαρακτηρίζονταν «ο αφέντης του σπιτιού».

ΓΕΡΝΑΝΕ ΣΑΝ ΤΑ… ΒΟΥΝΑ

Γι αυτό και όλα είχαν… τελειώσει για τη ζωή της «μόλις έμπαινε η κουλούρα και ευλογούνταν το ζευγάρι». Είναι χαρακτηριστική η αφήγηση του αείμνηστου πρωτόπαπα Μιχάλη Γεωργουλάκη (Ρασοφόρος Ζορμπάς σελ. 125) για το κλίμα της εποχής και τις οικογενειακές, αυστηρές και μεσαιωνικές νοοτροπίες και τακτικές: «… Μια φορά, η γυναίκα παντρεύονταν η καημένη, για να έχει να τρώει ένα κομμάτι ψωμί! Της λέγανε οι γονείς της, πως ο γαμπρός που επέλεγαν ήταν ο κατάλληλος και τι θα έκανε αυτή; Τον έπαιρνενε. Τι διάολο θα έκανε! Τώρα η γυναίκα έχει ανεβάσει τον πνευματικό της επίπεδο, διαβάζει και διεκδικεί. Υπάρχει δημοκρατία τώρα…»

Τα έντεκα από τα δώδεκα παιδιά του Αντώνη Γαραντωνάκη στον Κισσό. Εμφανίζονται οι Κώστας, Μανώλης, Μιχάλης, Νίκος, Παντελής, Φώτης, Ευαγγελία, Λευτέρης, Ειρήνη, Ελένη και Στέλιος. Απουσιάζει ο Βασίλης

Γερνάνε σαν τα… βουνά, μαζί εξήντα χρόνια και… συνήθισαν, πλέον, οι δυο υπερήλικες «ο ένας τον άλλον» αν και… είδαν για πρώτη φορά τα πρόσωπά τους και… γνωρίστηκαν όταν πήγαν γαμπρός και νύφη στο μικρό εκκλησάκι «του Μασταμπά στο Ρέθεμνος» που ο παπάς ευλόγησε το μυστήριο. «Χορτασμένοι» με κοινά βιώματα δεν… ράγισε ποτέ η συμβίωση τους παρά τις αντιξοότητες που «ρούφηξαν ως το μεδούλι», μέσα στη σκληρότητα των καιρών. Θα μπορούσαν να λακίσουν, όμως, η μοίρα τους ήταν ίδια και θα έπρεπε να πορευτούν στις ίδιες ράγες!

Μα ο παππούς στα 97 του, όσο κι αν το φορτίο είναι μεγάλο στη ράχη του, όσο κι αν οι βιολογικές του αντοχές έχουν υποχωρήσει και τον… δέρνουν, νιώθει «πώς δεν εγέρασα ακόμη» και ο… έρωτας του με τη ζωή που αγάπησε και με τη γυναίκα που τον συντροφεύει αδιάκοπα έξι δεκαετίες, βαστά ακόμη θαρρετά και έχει… μέλλον!

ΣΥΝΑΝΤΗΘΗΚΑΝ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ… ΕΚΚΛΗΣΙΑ

Πώς και πού τον γνώρισε και πώς αγάπησε και αγαπήθηκε στον… τυχαίο γάμο τους, το εξηγεί η συνοδοιπόρος του Μαρίκα, που οι γονείς της για να… αποτρέψουν την επικείμενη απαγωγή της «από τρείς Λευκογιανούς που με ήθελαν», έριξαν την… ζαριά στο πρόσωπο που εκείνοι είχαν επιλέξει! Εξιστορεί η ίδια επιστρέφοντας «στο μυστικό γάμο» εξήντα χρόνια πίσω: «Στα μέσα του Γενάρη του ’55 πήγα με τον μπαμπά μου στην Παράγκα του Κισσού για να πάρει τα λεφτά από τα χαρούπια που είχενε δώσει σε ένα έμπορο. Κατεβαίνοντας θωρεί μια καλόγρια ανθρώπους και κατεβαίνανε από τον Κισσό και μου λέει: αυτός, πρέπει, θα είναι ο γαμπρός και συγγενείς του…

«Με τον Παντελή αγαπηθήκαμε γιαμιάς», λέει η γυναίκα του, που εξήντα χρόνια «δεν βαρέθηκε ο ένας τον άλλο»

»Εγώ δεν εγάτεχα πράμα και ούτε μου είχανε πει το παραμικρό! Ήτανε πραγματικά ο Παντελής, διαπίστωσα μετά, με την αδελφή του τη Βαγγελιώ και το κοριτσάκι της τη Μαριώ 3 χρονών τότε. Μπήκαμε στο αμάξι, εγώ δεν ήξερα πράμα, κάτσαμε χωριστά, και πήγαμε στο Ρέθεμνος. Εκεί ήτανε ούλα κανονισμένα από τον αδελφό του Παντελή τον Στελή, αυτός βρήκενε και την εκκλησία στο Μασταμπά, και τον παπά και τον κουμπάρο το Λεντζάκη και το μαγαζί που κάτσαμε και φάγαμε και τσι οργανοπαίχτες, το λυρατζή και το λαγουτιέρη…

»Στην εκκλησία και την ώρα τση στέψης είδα για πρώτη φορά τον άντρα μου! Στα χωριά μας και στον Κισσό και στον Κεραμέ, δεν εγάτεχενε κανείς πράμα, μόνο μας είδενε ένας Κισσανός και έφερενε το νέο στο χωριό του. Ούλα γινήκανε μυστικά και την άλλη μέρα, την Κυριακή, ήρθαμε στην Παράγκα και με τα γαϊδουράκια φτάξαμε στο χωριό και κάτσαμε, στσι 24 του Γενάρη του ’55. Η απόφαση να πάρω τον Παντελή ήτανε τση μάνας μου και αφού ήθελενε η μάνα μου εγώ ίντα ‘θελα κάμω; Δεν μου τον είχανε σουρέψει και μόλις παντρευτήκαμε γιαμιάς αγαπηθήκαμε και ποτέ στα χρόνια που ήμαστονε μαζί δε με στενοχώρησενε. Εδά από μια κούπα πίνομε νερό και μια καραμέλα να του δώσουν θα τη μοιράσει στη μέση να μου δώσει τη μισή…»