Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Ας τα ξεκαθαρίσω απ’ αρχής : δεν αναφέρομαι σ’ όλους του «αναλυτές» της καθ’ ημάς ελληνικής οικονομικής ή/και… πολιτικής πραγματικότητας, αλλά σ’ εκείνους που όντως μας (ή τουλάχιστον : με) προβληματίζουν με την «ανάλυσή» τους, η οποία όταν δεν γεννά βάσιμες υποψίες ότι πρόκειται για ενεργούμενα, γεννά υποψίες ότι πρόκειται περί επικίνδυνα ανοήτων και δεν υπάρχει πιο επικίνδυνος από έναν ανόητο με προνομιακή πρόσβαση στο δημόσιο λόγο από ΜΜΕ, στα πλαίσια της προβολής του από τη κρατούσα τάξη πραγμάτων ως «έγκυρος» και «σοβαρός» «αναλυτής».

Αφορμή οι συχνές πια συζητήσεις που ακούμε ή βλέπουμε στις τηλεοράσεις, αναφορικά με το ασφαλιστικό και οι κάποιες αναφορές εκείνων των «αναλυτών» που συγκρίνουν τα επίπεδα συντάξεων εδώ στην Ελλάδα και αλλού, με προτίμηση, όπως εσχάτως έκανε ο πολύς κ. Πολ Τόμσεν σε άρθρο του, με τη Γερμανία, απλά για να στηρίξουν, άμεσα ή έμμεσα, όχι τις «περικοπές» τους, μα την ληστεία των ασφαλιστικών εισφορών των συνταξιούχων στη διάρκεια του εργασιακού τους βίου, διότι, η τέτοια ληστεία των αποταμιεύσεων του παρελθόντος, δεν έχουν καμία σχέση με τις «περικοπές» του παρόντος. Όταν μειώνεις ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ συντάξεις, για τις οποίες είχαν καταβληθεί επί δεκαετίες εισφορές που αντιστοιχούσαν σε ανώτερα επίπεδα, δεν κάνεις καμία «περικοπή» ΣΗΜΕΡΑ, αλλά ουσιαστικά, παρεμβαίνεις στο ΠΑΡΕΛΘΟΝ, και ΑΝΑΔΡΟΜΙΚΑ προβαίνεις σε μια καθαρότατη ΛΗΣΤΕΙΑ ΤΩΝ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΙΣΩΝ ΕΙΣΦΟΡΩΝ, σε ό,τι δηλαδή αποκαλούμε «αποθεματικά», και ακόμα πιο ουσιαστικά, ΚΑΘΑΡΕΣ ΑΠΟΤΑΜΙΕΥΣΕΙΣ ΤΩΝ ΑΣΦΑΛΙΣΜΕΝΩΝ! Ακόμα παραπέρα, οι ΣΗΜΕΡΙΝΕΣ «περικοπές», σε ένα Κράτος Δικαίου, θάπρεπε να συνοδεύονταν από ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ των επιπλέον εισφορών των ασφαλισμένων στο παρελθόν, και μάλιστα εντόκως, ως ΑΧΡΕΩΣΤΗΤΩΣ ΚΑΤΑΒΛΗΘΕΝΤΩΝ, αφού δεν αντιστοιχούν στο ύψος των συντάξεων που λαμβάνουν ΣΗΜΕΡΑ, αλλά σχεδόν στο ήμισυ αυτών!

Οι τέτοιες συγκρίσεις, για να επανέλθουμε, αναμφίβολα στερούνται κάθε είδους «εγκυρότητας», όσο δεν μας λένε τι ακριβώς συγκρίνουν.

Π.χ., όταν λέω ότι «ένας» Έλληνας παίρνει την ίδια σύνταξη με «ένα» Γερμανό, πρέπει να γνωρίζω και να βεβαιώνω, ότι συγκρίνω ΑΠΟΛΥΤΩΣ συγκρίσιμα μεταξύ τους μεγέθη.

Έτσι, όλως ενδεικτικά, αυτός ο «ένας» Έλληνας και ο «ένας» Γερμανός, για να μη θεωρηθώ ότι κάνω άθλια προπαγάνδα, ή απλώς, λέω ανοησίες, πρέπει :

Πρώτον, να έχουν ακριβώς τα ίδια χρόνια εργασίας. Να μη συγκρίνω π.χ. έναν Έλληνα συνταξιούχο με 40 χρόνια δουλειάς με ένα Γερμανό συνταξιούχο με 32 χρόνια δουλειάς, ή τούμπαλιν.

Δεύτερον, ο χρόνος εργασίας να είναι ακριβώς στον ίδιο επαγγελματικό κλάδο. Π.χ., να μη συγκρίνω έναν Γερμανό ανειδίκευτο εργάτη ή ανειδίκευτο υπάλληλο του ιδιωτικού τομέα, με έναν Έλληνα συνταξιούχο που εργάστηκε ως ανώτατο διευθυντικό στέλεχος στον ελληνικό ιδιωτικό τομέα.

Τρίτον, αν υπάρχουν διαδοχικές ασφαλίσεις σε άλλα ασφαλιστικά ταμεία, αυτές λαμβάνονται υπόψη σύμφωνα με τα ανωτέρω. Π.χ., αν ένας π.χ. Έλληνας να έχει εργαστεί διαδοχικά ως αγρότης, μισθωτός, ελεύθερος επαγγελματίας ασφαλιζόμενος διαδοχικά σε διαφορετικούς ασφαλιστικούς φορείς, ενώ ο συγκρινόμενος Γερμανός συνταξιούχος να είναι συνεχώς ασφαλισμένος στον ίδιο ασφαλιστικό φορέα.

Τέταρτον, αν ο συνταξιούχος πλήρωνε πρόσθετες εισφορές και σε άλλα κλαδικά επικουρικά ταμεία, ποιες ήταν αυτές, και τι πρόσθετη επικουρική σύνταξη λαμβάνει από τα Ταμεία αυτά.

Πέμπτον, ότι έχει εξεταστεί τι αποδοχές ελάμβαναν κατά τη διάρκεια του εργασιακού τους βίου και τι ασφαλιστικές εισφορές κατέβαλαν ως απόλυτα μεγέθη μα και ως ποσοστά των αποδοχών τους οι συγκρινόμενοι συνταξιούχοι.

Έκτον, αν το καθεστώς της συνολικής κοινωνικής ασφάλισης στη κάθε χώρα, π.χ. εκτός των συντάξεων, τα κοινωνικά επιδόματα, η παροχή υγείας κ.λπ. είναι το ίδιο ακριβώς, ή αν υπάρχουν σημαντικές διαφοροποιήσεις και πώς αυτές μπορούν έμμεσα ή και άμεσα να δημιουργούν κοινωνικοοικονομικές κλίμακες οικονομίας υπέρ ή σε βάρος του συνταξιούχου. Εν προκειμένω, δεν είναι μόνο οι «οικονομικές δυνατότητες» της οικονομίας που προσδιορίζουν τη μορφή και το μέγεθος των κοινωνικών παρεμβάσεων. Είναι, κυρίως δε αυτό, ο ιδεολογικοπολιτικός προσανατολισμός των κυβερνήσεων. Ακόμα και μια πλούσια χώρα, που θα ήταν σε θέση να μην υπάρχει ούτε ένας άπορος στην επικράτειά της, εν τούτοις, ενδέχεται να έχει τέτοιους ιδεολογικούς προσανατολισμούς, ώστε ακριβώς η ύπαρξη των απόρων και φτωχών να συνιστά τον πυρήνα της κοσμοθεωρίας της για το πώς πρέπει να δομείται και λειτουργεί ένας «χώρος» που αλλού μπορεί να αποκαλείται «κοινωνία», όχι όμως κι εκεί.

Οι συγκρίσεις «συνολικών» μεγεθών, εμπεριέχουν τέτοιας έκτασης και ποιότητας διαφοροποιήσεις, όπως και οι συγκρίσεις π.χ. των ΑΕΠ μεταξύ δύο χωρών, προκειμένου να ομιλήσουμε για διαφορές βιοτικών επιπέδων, χωρίς να εξετάζουμε τη διανομή του ΑΕΠ, αφού, το ΑΕΠ δεν δίνει στην ουσία καμία πληροφορία στο κρίσιμο ερώτημα «στις τσέπες ποίων» καταλήγει αυτός ο συνολικός πλούτος, παρά μονάχα ομιλεί για τον συνολικό πλούτο, αδιάφορα αν σε ένα πληθυσμό π.χ. 100 «μονάδων» (φυσικών ή/και νομικών προσώπων), το 80% του ΑΕΠ μπορεί να πηγαίνει στις τσέπες του 20% του πληθυσμού, και το υπόλοιπο 80% του πληθυσμού να φυτοζωεί.

Συνεπώς, λίγη αιδώς δεν βλάπτει (αναφέρομαι στα φερέφωνα).

Αλλά και λίγη προσπάθεια για την υπεράσπιση του όποιου αποθέματος σοβαρότητας μας έχει μείνει ακόμα, επίσης δεν βλάφτει να την διαφυλάξουμε, όσο μπορούμε, εξόν κι αν μας είναι απολύτως αδύνατο σαν κάτι που υπερβαίνει τις δυνατότητές μας ή τις δεσμεύσεις μας!