Γράφει ο Βασίλης Δημ. Χασιώτης
Αν υπήρχε κάτι που διαφοροποιούσε τις τράπεζες από όλες τις… υπόλοιπες επιχειρήσεις και όλους τους υπόλοιπους κλάδους της οικονομίας δεν ήταν το είδος της υπηρεσίας που πρόσφεραν αλλά κάτι άλλο πολύ ξεχωριστό και μοναδικό: η προσφορά «πίστης», ένα πολύτιμο μονοπώλιο.

Είναι ίσως η μοναδική περίπτωση που μέσα στη σκληρή πραγματικότητα που χαρακτηρίζει τις αγορές, όπου το χρήμα και τα υλικά μέσα κυριαρχούν, είτε αυτά αφορούν την παραγωγή είτε την κατανάλωση, ένας οικονομικός κλάδος, ο τραπεζικός, θεμελιώνει αποκλειστικά τον υλικό του πλούτο πάνω σε μια ηθική αρχή, αυτή της «πίστης». Περισσότερο και από το να διαμεσολαβούν απλά μεταξύ πηγών και χρήσεων κεφαλαίων, οι τράπεζες «πούλαγαν» κυρίως «πίστη» (με πυρήνα την αίσθηση της ασφάλειας) τόσο στους προσφέροντες τα κεφάλαια (καταθέτες), όσο και στους ζητούντες τα κεφάλαια αυτά. Η «πίστη» πάντως, απευθύνονταν, θα μπορούσαμε να πούμε, κυρίως, αν και όχι αποκλειστικά, στους πραγματικούς κεφαλαιούχους της τράπεζας, που ήταν οι καταθέτες της.

Είναι η κυριότερη υπηρεσία και το κυριότερο προϊόν που προσφέρει. Πρόκειται για την πιο απαιτητική και δύσκολη επένδυση. Αυτό το άυλο περιουσιακό στοιχείο πάνω στο οποίο στηρίζεται η δημιουργία του συνολικού υλικού πλούτου μιας τράπεζας, «χτίζεται», «επενδύεται» κάθε μέρα και είναι το μόνο περιουσιακό στοιχείο το οποίο απαιτεί δεκαετίες για να ολοκληρωθεί ως «επένδυση», είναι το μόνο επιχειρησιακό μη υλικό στοιχείο με δυνητικά τεράστιες δυνατότητες δημιουργίας υλικού πλούτου, είναι το μόνο μη υλικό περιουσιακό στοιχείο που μέσα στην αγοραία ζούγκλα θέτει ως προϋπόθεση της παραγωγής πλούτου μία ηθική αξία, και βεβαίως είναι το πιο «ευπαθές» περιουσιακό στοιχείο.

Φράσεις όπως «αυτός είναι τράπεζα» χρησιμοποιούνταν ακριβώς για να περιγράψουν την αίσθηση ασφάλειας που πρόσφερε μια εμπορική ή οικονομική συναλλαγή, διότι ακριβώς αυτή η παράμετρος της «ασφάλειας» ήταν που κυριαρχούσε στην έννοια της «τραπεζικής πίστης». Μια «ασφάλεια» καθολική, όχι μόνο έναντι των ιδιωτών μα και έναντι του ίδιου του Κράτους. Αν όμως η «ολοκλήρωση» της «επένδυσης» απαιτεί μεγάλο βάθος χρόνου, η «αποεπένδυση», η απώλεια της πίστης, είναι δυνατόν να συμβεί, κυριολεκτικά, μέσα σε μία ώρα.

Φυσικά σε καμία περίπτωση οι τράπεζες δεν αποτέλεσαν τους αγοραίους Άγγελους του Τσάρλι. Γενικώς οι αγορές δεν αποτελούν τους πλέον κατάλληλους χώρους που θα μπορούσαν να αποτελέσουν δελεαστικούς χώρους για την επίσκεψη σ’ αυτούς παραδείσιων Αγγέλων. Ο τραπεζικός τομέας απανταχού της γης, αναμφίβολα, όχι μόνο δεν στερείται, και ίσως όχι κατ’ εξαίρεση, ιστοριών διαφθοράς και απάτης, αλλά ενίοτε δικαίως κατηγορείται ως σχεδόν ο κύριος υπεύθυνος για μεγάλες οικονομικές κρίσεις με καταστροφικές κοινωνικές συνέπειες πέραν των καθαρά οικονομικών. Οι όποιοι χαρακτηρισμοί και πρόσδοση χαρακτηριστικών και ιδιοτήτων φορτισμένων με ηθικό περιεχόμενο, γίνεται, στη προκειμένη περίπτωση, πάντα μέσα στα όρια που να συνάδει προς τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αγοραίας πραγματικότητας. Όμως πέραν των ανωτέρω πραγματικοτήτων, νομίζω ότι δεν λανθάνω όταν υποστηρίζω πως η πίστη αποτελούσε μονοπωλιακή κατάκτηση του τραπεζικού τομέα.

Στη σημερινή κρίση, οι τράπεζες ακριβώς αυτό το μονοπώλιο έχασαν, χωρίς βεβαίως αυτή η εμπιστοσύνη να περιέλθει κάπου αλλού, π.χ. στο Κράτος, το οποίο αναδεικνύεται σε εξίσου επικίνδυνο πρωταγωνιστή της αναξιοπιστίας, και το οποίο επίσης απώλεσε το δικό του μονοπώλιο, αυτό του ύψιστου εθνικού εγγυητή των ατομικών αποταμιεύσεων σε τράπεζες, ασφαλιστικούς οργανισμούς αλλά και σε δικούς τους τίτλους, όπως τα κρατικά ομόλογα, και οπωσδήποτε απώλεσε και την αξιοπιστία του ακόμα και στο επίπεδο της διασφάλισης της εφαρμογής του Δικαίου, το οποίο πρώτο καταπατά σε βαθμό που να ισοδυναμεί με την καταπάτησή του από ξένη Κατοχική Δύναμη.

Πού βρίσκεται όμως σήμερα το ελληνικό τραπεζικό σύστημα σ’ αυτό το ζήτημα;

Στο μέσο ενός Αρμαγεδδώνα είναι η χωρίς πολλές περιστροφές απάντηση.

Πώς έφτασε εδώ;

Πληρώνοντας εν πολλοίς οικεία κακά είναι η επίσης προφανής απάντηση.

Μέσω διαδοχικών ανακεφαλαιοποιήσεων των τραπεζών, επιχειρείται η διάσωσή τους.

Είναι αυτό αρκετό;

Η απάντηση είναι : Καθόλου.

Αν οι ανακεφαλαιοποιήσεις των τραπεζών, ακόμα κι αν γίνονται με τον σωστό τρόπο, πράγμα που σηκώνει μεγάλη συζήτηση, αποτελούν την αναγκαία συνθήκη διάσωσής τους, λείπει η ικανή συνθήκη που δεν είναι άλλη από την «ανακεφαλαιοποίηση» της ίδιας της «πίστης» του τραπεζικού συστήματος, και χωρίς την ανάκτηση της οποίας, υπάρχει ο περισσότερο και από δυνητικός κίνδυνος, τα χρήματα των ανακεφαλαιοποιήσεων, στο τέλος, να αποδειχτεί ότι ρίχνονται μέσα σε ένα χωρίς πάτο βαρέλι.

Κι έτσι τα πράγματα έχουν κάπως έτσι : στο να σπεύδει ο κόσμος να αποσύρει τα χρήματά του από τις τράπεζες, (πριν την επιβολή των περιορισμών), ενώ όσοι ακόμα τα διατηρούν σ’ αυτές, είτε λόγω των capital controls απλά δεν πρόλαβαν να τα σηκώσουν, είτε, ακόμα και όταν δεν ίσχυαν τα capital controls βρίσκονταν σε διαρκή εγρήγορση, και με τον παραμικρό ψίθυρο που ερμηνεύονταν ως απειλή για την ασφάλεια των καταθέσεων, ο κόσμος έσπευδε να αναλάβει τα χρήματά του.

Όλα αυτά πολύ απλά περιγράφουν ένα τραπεζικό σύστημα που στερείται «πίστης».

Σημαίνουν ότι ο κόσμος φοβάται πλέον ότι η ασφάλεια της ζωής των «προβάτων» βρίσκεται στα χέρια λύκων, οι οποίοι ασφαλώς και αν πρόκειται να διασφαλίσουν κάτι, είναι τα δικά τους αποκλειστικά συμφέροντα.

Αλλά όταν μια τράπεζα δεν μπορεί πλέον να «πουλήσει» πίστη, δεν μπορεί να πουλήσει τίποτα. Καταστροφή της πίστης μιας τράπεζας ισοδυναμεί με την ολοκληρωτική καταστροφή των παραγωγικών μέσων μιας βιομηχανίας. Και πολύ φοβούμαι ότι στο κρίσιμο αυτό θέμα, της «πίστης», δεν γίνεται τίποτα στο τραπεζικό μας σύστημα, μάλιστα δε, αμφιβάλλω αν τα Μνημόνια μεριμνούν γι’ αυτό, ή κάτι άλλο «παίζεται» και κάτι άλλο ετοιμάζεται, και αναφέρομαι στο ζήτημα της ίδιας της ιδιοκτησίας των εναπομεινάντων συστημικών τραπεζών, όμως, πάνω σ’ αυτό δεν θα επεκταθώ, πέραν την σημείωσης της σκέψης μου.

Όταν λοιπόν το «σεντούκι» γίνεται χώρος ασφαλέστερος από μια τράπεζα, ως τόπος διαφύλαξης των χρημάτων των καθετών, δεν μιλούμε περί «προβλήματος», αλλά περί κατάρρευσης του ίδιου του τραπεζικού συστήματος. Οι όποιες χρηματικές ενέσεις μέσω των κεφαλαιοποιήσεων για τη στήριξη του τραπεζικού συστήματος, δεν πρόκειται να το διασώσουν, αν η «πίστη» δεν αρχίσει να επανέρχεται στο τραπεζικό σύστημα, κάτι, που επί του παρόντος δεν ισχύει.

Όμως, «πίστη» στο τραπεζικό σύστημα εν μέσω ενός ωκεανού αναξιοπιστίας απέναντι ιδίως στην πολιτική εξουσία, κατά πόσον δηλαδή, η εξουσία αυτή είναι σε θέση να ασκεί και αν όντως ασκεί εθνική οικονομική πολιτική, ή αν είναι πλήρως υποχείρια των ξένων δανειστών, και επομένως πλήρως αδύναμη να στηρίξει ένα «ανορθωτικό» εθνικό οικονομικό πρόγραμμα, που πρωτίστως ή κυρίως θα αποκαθιστά την βαριά λαβωμένη εθνική μας οικονομία, μια τέτοια προοπτική ανάκτησης της «πίστης», φαίνεται πολύ δύσκολη αν όχι εντελώς εξωπραγματική υπό τις παρούσες συνθήκες. Κι κάτι ακόμα παραπέρα, και ίσως ακόμα χειρότερο : δεν είμαι διόλου βέβαιος κατά πόσο οι ίδιες οι διοικήσεις των τραπεζών είναι σε θέση να ασκούν ουσιαστική διοίκηση στις ίδιες τις τράπεζές τους, και λέγοντας «διοίκηση» αναφέρομαι στη χάραξη των μεσομακροπρόθεσμων ζωτικών στρατηγικών τους, με βάση τα δικά τους αποκλειστικά συμφέροντα.

Εύχομαι να μην επαληθευθούν οι χειρότεροι φόβοι, για τη τύχη της εθνικής μας οικονομίας και βεβαίως του ίδιου του τραπεζικού συστήματος, φόβοι που φυσικά δεν υπάρχουν στο μυαλό μιας μικρής μειοψηφίας του λαού, όμως, την ίδια στιγμή, θεωρώ ότι κινείται στη σφαίρα του παραλόγου, εκείνο το επιχείρημα που λέει πως αν υπάρχει σωτηρία, αυτή μπορεί να βρίσκεται μονάχα στα χέρια των ξένων «που μας αγαπούν» και όχι στα δικά μας. Αυτό δεν σημαίνει ότι οι «ξένοι» δεν μπορούν να βοηθήσουν. Βεβαίως και μπορούν, ή καλύτερα, θα μπορούσαν, αρκεί να εφαρμόσουν μια αγωγή, ώστε και η «εγχείρηση» να πετύχει και ο «ασθενής» να επιβιώσει. Διότι εδώ, υπάρχουν σοβαρές ενστάσεις και ως προς τα δύο σκέλη : και ως προς την αποτελεσματικότητα της «εγχείρησης» και ως προς την επιβίωση του «ασθενούς», σε βαθμό ώστε ο «γιατρός» να αποβαίνει πρόβλημα πολύ πιο σοβαρό από τον ίδιο τον ασθενή με την αγωγή που επιβάλλει.