Ο Δημήτρης Κωνσταντόπουλος, βουλευτής της Δημοκρατικής Συμπαράταξης και…
υπεύθυνος του ΚΤΕ Παιδείας του ΠΑΣΟΚ παραχώρησε αποκλειστική συνέντευξη στο Paideia24.gr.

Στη συνέντευξη του ο κ.Κωνσταντόπουλος επικρίνει τους χειρισμούς του Υπουργού Παιδείας κ.Φίλη τόσο στο θέμα του Εθνικού και Κοινωνικού Διαλόγου για την Παιδεία όσο και στα ζητήματα διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού και της επιλογής στελεχών.

Ακολουθεί ολόκληρο το κείμενο της συνέντευξης.

Κύριε Κωνσταντόπουλε, με πολλά εμπόδια το τελευταίο διάστημα πραγματοποιείται ο Εθνικός και Κοινωνικός Διάλογος για την Παιδεία. Στα πλαίσια του Διαλόγου έχουν κατατεθεί προτάσεις για αλλαγές και στις τρείς βαθμίδες εκπαίδευσης. Ποια είναι η θέση σας σχετικά με τη συμμετοχή στον Εθνικό Διάλογο και ποια νομίζετε ότι είναι τα θέματα προτεραιότητας στην εκπαίδευση σήμερα;

Η κίνηση του κ. Φίλη να καλέσει σε εθνικό και κοινωνικό διάλογο για την παιδεία μπορεί να θεωρηθεί μέχρι και εμπαιγμός. Δεν είναι δυνατόν υπουργός να νομοθετεί και να προχωρά σε ριζικές αλλαγές στον χώρο χωρίς καμία διαβούλευση και ταυτόχρονα να καλεί σε διάλογο. Το προηγούμενο διάστημα η εκπαιδευτική κοινότητα βίωσε την κατεδάφιση του θεσμού των Πρότυπων-Πειραματικών Σχολείων, την κατάργηση της αριστείας, των Συμβουλίων Διοίκησης των Πανεπιστημίων, την αλλαγή των ωρολογίων και αναλυτικών προγραμμάτων και του τρόπου πρόσβασης στην τριτοβάθμια εκπαίδευσης , χωρίς να κληθεί να καταθέσει απόψεις και προτάσεις. Οι περισσότερες αλλαγές πέρασαν είτε μέσα σε άσχετα νομοσχέδια, είτε με Πράξεις Νομοθετικού Περιεχομένου.

“ο κ. Φίλης σήμερα απαξιώνει αυτή τη συλλογική προσπάθεια που είχε πραγματικά εθνικό και κοινωνικό χαρακτήρα.”

Ο χώρος της παιδείας, ωστόσο, έχει ανάγκη από πραγματικό διάλογο που θα παράγει κοινά αποδεκτές θέσεις και προτάσεις για τα μείζονα ζητήματα. Είναι θλιβερό, λοιπόν, που ενώ είχε προηγηθεί ένας εξαντλητικός διάλογος με όλους τους εκπαιδευτικούς φορείς, τεχνοκράτες της Παιδείας και πολιτικούς την περίοδο 2009-2012, ο κ. Φίλης σήμερα απαξιώνει αυτή τη συλλογική προσπάθεια που είχε πραγματικά εθνικό και κοινωνικό χαρακτήρα. Όλες οι προηγούμενες ηγεσίες του Υπουργείου Παιδείας προσπάθησαν να αξιοποιήσουν τα αποτελέσματα αυτού, ώστε να συγκροτηθεί μια εθνική πολιτική για την Παιδεία. Ο κ. Φίλης, όμως, αντιμετωπίζει τον χώρο ως ένα πρόσφορο έδαφος για μια κούρσα προσωπικών στρατηγικών. Δεν κατανοεί ότι στο πλαίσιο της αναβάθμισης του εκπαιδευτικού μας συστήματος, κάθε σημαντική αλλαγή πρέπει να χαίρει συναίνεσης και αυξημένης κοινοβουλευτικής πλειοψηφίας.

Όσον αφορά στα θέματα προτεραιότητας για την εκπαίδευση, θεωρώ ότι η ολιστική προσέγγιση των προβλημάτων είναι αυτή που θα οδηγήσει σε συνολική βελτίωση. Δεν μπορούμε, δηλαδή, να αντιμετωπίσουμε την ανάγκη για διορισμούς εκπαιδευτικών σε όλες τις βαθμίδες και την αναβάθμιση του ρόλου τους αποκομμένα από την ανάγκη για αύξηση των δαπανών για την Παιδεία. Ούτε μπορούμε να επιχειρούμε την αναβάθμιση των ΑΕΙ και ΤΕΙ αλλά και της τεχνικής και επαγγελματικής εκπαίδευσης χωρίς να εκσυγχρονίσουμε τον τρόπο λήψης του απολυτηρίου και εισαγωγής στην τριτοβάθμια εκπαίδευση. Είναι κρίσιμα ζητήματα που για την επίλυσή τους χρειάζεται συγκροτημένη κυβερνητική πολιτική και όχι αποσπασματικές ρυθμίσεις.

Πρόσφατα ολοκληρώθηκε η διαδικασία επιλογής των Διευθυντών εκπαίδευσης. Για τη διαδικασία αυτή ο Υπουργός Παιδείας δήλωσε ότι ήταν η πιο αδιάβλητη που έγινε ποτέ σε αντίθεση με το παλιό κομματικό καθεστώς. Ποια είναι η άποψη σας;

Επειδή προέρχομαι από τον χώρο της εκπαίδευσης και έχω μεγάλη εμπειρία σε διαδικασίες και πολιτικές, μπορώ να σας πω με βεβαιότητα ότι η αλλαγή του συστήματος επιλογής αποσκοπούσε στην άλωση της διοίκησης της εκπαίδευσης. Η κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ επιθυμούσε να ξηλώσει και ξήλωσε πέρα από τους Περιφερειακούς Διευθυντές Εκπαίδευσης, όλους τους Διευθυντές Εκπαίδευσης στο βωμό της ημετεροκρατίας χωρίς αντικειμενικά κριτήρια, διαφανείς και αξιοκρατικές διαδικασίες. Στηλίτευαν τη γαλάζια συνέντευξη για τις προσλήψεις στο Δημόσιο εκτός διαδικασιών ΑΣΕΠ και έφεραν την «κόκκινη συνέντευξη» για την κομματικοποίηση του χώρου της Παιδείας. Τα συμπεράσματα ανήκουν στην εκπαιδευτική κοινότητα και τους πολίτες.

“Η αλλαγή του συστήματος επιλογής αποσκοπούσε στην άλωση της διοίκησης της εκπαίδευσης”
“Στόχος δεν είναι να περάσουμε σε μια διαδικασία αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών με ελεγκτικό και τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά σε μια αξιολόγηση που θα παράγει βελτιώσεις”

Στα πλαίσια των δεσμεύσεων που έχουν αναληφθεί από την υπογραφή του Μνημονίου, στο επόμενο χρονικό διάστημα πρόκειται να επανεξεταστούν θέματα, όπως η αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών καθώς και του διδακτικού ωραρίου. Ποια είναι η θέση σας απέναντι στα ζητήματα αυτά ;

Η αξιολόγηση αποτελεί ένα περίπλοκο ζήτημα. Ενώ μπορεί να αποτελέσει μηχανισμό βελτίωσης της ποιότητας της εκπαίδευσης, ταυτόχρονα χωρίς συγκεκριμένες προϋποθέσεις μπορεί να επαναφέρει τις μνήμες της επιθεώρησης. Στόχος δεν είναι να περάσουμε σε μια διαδικασία αξιολόγησης του εκπαιδευτικού έργου και των εκπαιδευτικών με ελεγκτικό και τιμωρητικό χαρακτήρα, αλλά σε μια αξιολόγηση που θα παράγει βελτιώσεις, σε ένα ολοκληρωμένο σταθερό, αξιόπιστο και πρακτικό σύστημα που θα αξιολογεί συγκριτικά την επίδοση των μαθητών, της τάξης, της σχολικής μονάδας, της περιφέρειας και του όλου συστήματος.

Σε ότι αφορά στο διδακτικό ωράριο των εκπαιδευτικών, θα ήθελα να θυμίσω ότι προεκλογικά οι υπεύθυνοι Παιδείας του ΣΥΡΙΖΑ δήλωναν ότι θα μειώσουν το ωράριο των εκπαιδευτικών, ενώ μετεκλογικά ο κ. Μπαλτάς ως Υπουργός Παιδείας προετοίμαζε για επιπλέον αύξηση του διδακτικού ωραρίου δηλώνοντας ότι «κανείς εκπαιδευτικός δεν θα αρνηθεί να βάλει πλάτη για μία ή δύο ώρες».

Φοβάμαι ότι αυτές οι αντιφάσεις των κυβερνώντων θα οδηγήσουν στην αποδοχή λανθασμένων συμπερασμάτων που θα επιδεινώσουν τις συνθήκες άσκησης του εκπαιδευτικού έργου.

Η έκθεση του ΟΟΣΑ για την ελληνική εκπαίδευση, παρουσιάζει πράγματι τους Έλληνες εκπαιδευτικούς ,-ειδικά της Β/θμιας εκπαίδευσης-, να διδάσκουν σε ετήσια βάση λιγότερο από το Μ.Ο., των συναδέλφων τους των χωρών του ΟΟΣΑ.

Αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι από τον ετήσιο διδακτικό χρόνο εξαιρείται όλη η περίοδος των παραπεμπτικών, προαγωγικών, απολυτήριων και πανελλαδικών εξετάσεων που είναι βέβαια χρόνος εργασίας για τους Έλληνες εκπαιδευτικούς αλλά δεν λογίζεται ως διδακτικός χρόνος.

Σε ένα εξετασιοκεντρικό εκπαιδευτικό σύστημα όπως το Ελληνικό, ένας τέτοιος υπολογισμός αδικεί τους Έλληνες εκπαιδευτικούς. Το ζήτημα λοιπόν συνδέεται με το πώς βλέπουμε το σχολείο σήμερα γενικότερα, με ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο που θα αναβαθμίζει το ρόλο του σχολείου, από ένα μηχανισμό εξετάσεων και προθάλαμο εισαγωγής στην Τριτοβάθμια εκπαίδευση σε ζωντανό οργανισμό παραγωγής γνώσης και καλλιέργειας δεξιοτήτων απαραίτητων στο σύγχρονο κόσμο.

Γι’ αυτό όπως είπα και παραπάνω χρειάζεται συγκροτημένη κυβερνητική πολιτική και σχέδιο για την Παιδεία, κάτι που οι κυβέρνηση δεν διαθέτει.

Πως κρίνετε τη μέχρι σήμερα πορεία του Υπουργείου Παιδείας στο ζήτημα της διαχείρισης του εκπαιδευτικού προσωπικού. Θα θέλαμε την άποψη σας ειδικότερα για την κάλυψη των κενών στα σχολεία και την πρόταση σας για την αποτελεσματικότερη αξιοποίηση του εκπαιδευτικού προσωπικού.

Μόνο απαράδεκτος μπορεί να χαρακτηριστεί ο τρόπος με τον οποίο αντιμετώπισε η Κυβέρνηση τα κενά στα σχολεία, τα σχολεία ειδικής αγωγής και τα ΙΕΚ. Ακόμη και σήμερα υπάρχουν σοβαρές ελλείψεις. Ο κ. Φίλης δεν είχε αντανακλαστικά για την έγκαιρη και αποτελεσματική λύση του προβλήματος. Η Κυβέρνηση που θα έσκιζε τα μνημόνια και θα εφάρμοζε το Πρόγραμμα Θεσσαλονίκης με τους πλείστους πόρους, αδυνατεί σήμερα να βρει έστω και μέρος αυτών για να καλύψει τις λειτουργικές ανάγκες των δομών της εκπαίδευσης. Η λύση, όμως , είναι μία και γνωστή σε όλους: αύξηση των δαπανών για την Παιδεία και ταχείς διορισμοί μόνιμων εκπαιδευτικών. Ενδεικτικά αναφέρω ότι το 2011 οι δαπάνες έφταναν το 2,96% ενώ σήμερα μόλις 2,47% του ΑΕΠ. Αν δεν αυξηθεί το ποσοστό αυτό, κάθε προσπάθεια βελτίωσης του συστήματος είναι δύσκολο να ολοκληρωθεί.

“Στα ζητήματα Παιδείας οι κομματικές στρατηγικές και αντιπαραθέσεις πρέπει να δίνουν τη θέση τους στη συναίνεση”
Η αντιμετώπιση των μεγάλων προβλημάτων της Παιδείας απαιτεί συναινέσεις. Πως βλέπει το ΠΑΣΟΚ τη συνεργασία με άλλες πολιτικές δυνάμεις προκειμένου να διαμορφωθεί ένα μακροπρόθεσμο σχέδιο για την Παιδεία στη χώρα μας.

Για το ΠΑΣΟΚ υπάρχουν δείγματα γραφής. Ο Εθνικός Διάλογος για την Παιδεία την περίοδο 2009-2011 που παρήγαγε ένα πολύτιμο έργο φέρει τη σφραγίδα του ΠΑΣΟΚ. Αυτό το έργο αποτυπώθηκε σε πέντε νόμους και τρία νομοσχέδια που συντάχθηκαν με έγκυρη τεκμηρίωση από επιστημονικούς και άλλους φορείς μέσα από διακομματικές συνεργασίες και ευρείες συναινέσεις. Δυστυχώς, όλο αυτό το νομοθετικό έργο έμεινε στα χαρτιά και σήμερα όλη αυτή η προσπάθεια απαξιώνεται από τον κ. Φίλη με τον πιο αποτρόπαιο τρόπο. Δυστυχώς, παρακολουθούμε η κυβέρνηση του «πρώτη φορά Αριστερά» να εκφυλίζει την Αριστερά που παραδοσιακά είναι ταυτισμένη με τη διανόηση.

Στα ζητήματα Παιδείας οι κομματικές στρατηγικές και αντιπαραθέσεις πρέπει να δίνουν τη θέση τους στη συναίνεση. Αυτό χρειάζεται να διασφαλιστεί και συνταγματικά, αν θέλουμε κάποια στιγμή να καταφέρουμε να έχουμε έναν μακρόπνοο σχεδιασμό για την Παιδεία που δεν θα επηρεάζεται από τις πολιτικές αλλαγές και τα μικροπολιτικά συμφέροντα. Στην κατεύθυνση αυτή το ΠΑΣΟΚ και η Δημοκρατική Συμπαράταξη θα συμβάλλει με κάθε τρόπο.