Τις τελευταίες βδομάδες έχει γίνει φανερό ότι οι δανειστές μας αισθάνονται…
πως ελέγχουν την κατάσταση και παρά όσα αναφέρουν δημόσια, δε βιάζονται ιδιαίτερα για να ολοκληρώσουν την αξιολόγηση. Αντίθετα, η ελληνική πλευρά, η οποία έχει πολλά μέτωπα ανοιχτά και θέλει να αποφύγει μια νέα κρίση ρευστότητας, επείγεται να κλείσει την αξιολόγηση και να εκταμιεύσει τη δόση το συντομότερο δυνατόν. Στόχος ήταν να κλείσει στο Eurogroup της 7ης Μαρτίου, ώστε να ξεκινήσει η συζήτηση για το χρέος. Πλην όμως, κάτι τέτοιο αποδείχτηκε ουτοπικό.

Όπως γράφει «Το Βήμα της Κυριακής», η διαπραγμάτευση πάει «πακέτο», δηλαδή αξιολόγηση και ρύθμιση χρέους συνδέονται με τις εξελίξεις στο Ασφαλιστικό και στο Δημοσιονομικό. Άλλωστε όλα αυτά είναι παράγοντες της ίδιας εξίσωσης. Οι πιστωτές εργάζονται για την επίλυση της εξίσωσης χωρίς την άμεση εμπλοκή της Ελλάδας. ΔΝΤ και ESM κατά κύριο λόγο ανταλλάσσουν προτάσεις, στοιχεία και πληροφορίες για το πώς μπορεί να υπάρξει μια λύση που να είναι κοινά αποδεκτή. Δυστυχώς, για ακόμη μία φορά και αντίθετα με ότι λένε τα κυβερνητικά στελέχη, η λύση θα έλθει στα αγγλικά, για παρατηρήσεις από την ελληνική πλευρά και τυχόν επί μέρους βελτιώσεις, χωρίς όμως να αλλάζει το πνεύμα της συμφωνίας. Άλλωστε, όπως σημειώνουν κοινοτικοί κύκλοι, ποτέ οι πιστωτές δεν μιλάνε με τις πτωχευμένες εταιρείες προτού συμφωνήσουν μεταξύ τους.

Η βάση της συζήτησης έγινε γνωστή από το άρθρο του Πόλ Τόμσεν, το οποίο δημοσιοποιήθηκε αμέσως μετά το Eurogroup της περασμένης Πέμπτης. Με την επιστολή του ο διευθυντής του ευρωπαϊκού τμήματος του ΔΝΤ δεν κάνει τίποτε άλλο από το να επαναλαμβάνει την πάγια θέση του Ταμείου. Για να παραμείνει το ΔΝΤ στο πρόγραμμα, όπως επιθυμεί το Βερολίνο, θα πρέπει να εξασφαλίσει ότι θα πάρει πίσω τα χρήματά του. Πώς θα γίνει αυτό; Με την ύπαρξη επαρκών πλεονασμάτων.

Και για να επιτευχθούν τα πλεονάσματα θα πρέπει να μειωθούν οι μελλοντικές δαπάνες είτε του ασφαλιστικού συστήματος είτε της εξυπηρέτησης του χρέους ή και των δύο μαζί. Τη μείωση των δαπανών του Ασφαλιστικού θα την πληρώσουν οι συνταξιούχοι. Αντίστοιχα, τη μείωση των δαπανών εξυπηρέτησης του χρέους θα την επωμιστούν οι Ευρωπαίοι φορολογούμενοι.
Πηγή