Γράφει ο Βασίλης Χασιώτης  
Μια αναδρομική περιγραφή της ουσίας των διαπραγματεύσεων της Ελλάδας του πρώτου εξαμήνου του 2015 με τους «θεσμούς», για την εξαγωγή κάποιων χρήσιμων συμπερασμάτων για το σήμερα…

Ψιλή στρατηγική είναι μια κατ’ όνομα στρατηγική που επιδιώκει να πείσει ότι υπάρχει η βούληση και η θέληση του κυρίου της τέτοιας στρατηγικής να την εφαρμόσει, προκειμένου να αντιμετωπίσει συγκεκριμένες εναντίον του προκλήσεις ή απειλές. Η επιτυχία μιας ψιλής στρατηγικής, όταν συμβαίνει να υπάρχει, συνήθως δεν μπορεί παρά να επιφέρει πρόσκαιρα οφέλη και έως ότου η πηγή της απειλής, αντιληφθεί ότι δεν έχει με ουσιαστική εναντίον του αντίδραση του απειλούμενου από αυτόν, ότι δηλαδή, ο αντίπαλος, «γαυγίζει» απλά προς εκφοβισμό, ή για εντυπωσιασμό ή και από συνήθεια, αλλά δεν πρόκειται να «δαγκώσει».

Στην ψιλή στρατηγική αυτό που λείπει από την πλευρά αυτού που την χαράσσει είναι η πραγματική θέληση να συγκρουστεί.

Ο αντίπαλος, ακριβώς αυτό θα επιδιώξει να διαγνώσει, και από τη στιγμή που θα πεισθεί ότι βρίσκεται ενώπιον μιας τέτοιας πολιτικής το παιχνίδι έχει ήδη γύρει αποφασιστικά υπέρ αυτού και μόνο μια μετέπειτα αποφασιστική στροφή με την αντικατάσταση της ψιλής  στρατηγικής με μια άλλη ουσιαστική μπορεί να δώσει νέες προοπτικές με τη σκέψη και πολύ περισσότερο με τη πίστη ότι μπορεί να χάθηκε μια μάχη όχι όμως και ο αγώνας.

Η στρατηγική της κυβέρνησης την περίοδο εκείνη από ένα σημείο και πέρα (αν όχι εξ αρχής) είχε όλα τα χαρακτηριστικά της ψιλής στρατηγικής, κάτι που προσδιόριζε και το ίδιο της το μέλλον.

Από τη στιγμή που οι δανειστές το αντιλήφθηκαν αυτό το παιχνίδι χάθηκε για τη κυβέρνηση.

Δημόσιες δηλώσεις που διακήρυτταν τη βούληση για ρήξη πλην όμως δεν υπήρχε τέτοια πρόθεση, που διακήρυτταν τη ρήξη αλλά ότι αυτή η ρήξη θα έπρεπε να γίνει με τους δικούς μας όρους χωρίς να διακυβευθεί η παραμονή μας την ευρωζώνη διότι η κυβέρνηση δεν είχε τέτοια εντολή, ταυτόχρονα δε ήταν τα ίδια κυβερνητικά στελέχη και οι κυβερνητικοί βουλευτές που μας διαβεβαίωναν ότι νομικά και άρα ουσιαστικά ήταν αδύνατη η έξωσή μας από την ευρωζώνη, όλη αυτή η κάθε  άλλο δημιουργική ασάφεια είχε ως αποτέλεσμα να βραχυκυκλώνει την ίδια τη κυβέρνηση ενώ ξεκαθάριζε όλο και περισσότερο το τοπίο για τους δανειστές. Αφού οι δανειστές είχαν αφήσει την ελληνική κυβέρνηση να δράσει ως μαινόμενος ταύρος εν υαλοπωλείω, πλην όμως στο ελληνικό υαλοπωλείο, οι ίδιοι, υπομονετικά, περίμεναν τον «ταύρο», αφού τον καταβάλει η ίδια του η κόπωση και σωριαστεί υπό το βάρος της κόπωσης που τελικώς κανέναν άλλον δεν επηρέασε παρά τον ίδιο του τον εαυτό, ως άλλοι ταυρομάχοι, να του μπήξουν το ξίφος στο σβέρκο, για να εισπράξουν το χειροκρότημα του φιλοθεάμονος κοινού, όπερ και εγένετο.

Αναφερόμενος ιδιαίτερα στην περιβόητη «δημιουργική ασάφεια» του τότε υπουργών οικονομικών Γιάννη Βαρουφάκη, ως ένα στοιχείο της στρατηγικής του, ή μάλλον, ως ένα είδος «στρατηγικού τρυκ», έχω να πω ότι μονάχα «δημιουργική» δεν ήταν.

Από τη στιγμή που, γενικότερα μιλώντας, αποκαλύπτεις τη στρατηγική σου στον αντίπαλό σου, πολύ δε περισσότερο τα παραπλανητικά του στοιχεία, έχεις χάσει το παιχνίδι του αιφνιδιασμού, αλλά και όλα σου τα πλεονεκτήματα. Στη διπλωματία, π.χ., με την περιώνυμη ασάφειά της στις διατυπώσεις της, εν τούτοις, δεν κλείνουν πόρτες, μάλλον ανοίγουν, ούτε «καίνε» τα πλεονεκτήματά τους, μάλλον τα διαφυλάσσουν, και βεβαίως, τουλάχιστον στις σοβαρές διπλωματίες, δεν βγαίνουν δημόσια να διακηρύττουν και να επαινούν τα ασαφή σημεία των δηλώσεών τους, γραπτών ή προφορικών, αλλά αντίθετα, επιμένουν ότι ομιλούν «σαφώς» ακόμη και όταν η ασάφεια είναι κάτι παραπάνω από οφθαλμοφανής.

Ακόμα όμως πιο σοβαρό λάθος στην διαπραγμάτευση της περιόδου εκείνης, ήταν ότι δεν μπήκαν στη φαρέτρα όλα τα διαθέσιμα όπλα της Ελληνικής Δημοκρατίας, όπως π.χ. ο γεωστρατηγικός παράγων. Ακόμα και σ’ αυτό το θέμα, το σημαντικό αυτό χαρτί κάηκε με επισκέψεις εδώ κι εκεί (π.χ. στη Ρωσία και όχι μόνο) που είχαν χαρακτήρα μάλλον εντυπωσιασμού, (τα όποια διμερή οικονομικά και εμπορικά οφέλη από υπογραφείσες συμφωνίες, είχαν το σχετικό τους ενδιαφέρον όμως ουδόλως συνέβαλαν ουσιαστικά στο ζήτημα της «μάχης» που δίνονταν για να απαλλαγούμε από τα Μνημόνια), και πάντως, δεν μαρτυρούσαν ένα συνεκτικό και συνολικό σχέδιο που με σαφήνεια να καθορίζει τι θεωρούμε «στρατηγικό γεωπολιτικό πλεονέκτημα» και πώς θα επιδιωχθεί, γι’ αυτό και η Ευρώπη δεν ανησύχησε ιδιαίτερα από αυτές τις πρωτοβουλίες της ελληνικής κυβέρνησης, ενώ, το σύνολο των γεωστρατηγικών μας πιέσεων που θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν υπέρ της προσπάθειας που καταβάλλονταν την περίοδο εκείνη, απλά δεν έλαβαν ποτέ χώρα. Πώς είναι δυνατό π.χ. να πηγαίνεις στη Ρωσία, για να μείνω λίγο ακόμα στο θέμα αυτό, για να δηλώσεις στην Ευρώπη ότι ασκείς μια ανεξάρτητη εξωτερική πολιτική, όταν η Ευρώπη δεν ενδιαφέρονταν ποσώς γι’ αυτή την «ανεξάρτητη» εξωτερική σου πολιτική, από τη στιγμή που είχαν διαπιστώσει, ή είχαν αρχίσει να διαπιστώνουν ότι όδευες ολοταχώς προς τα βράχια, οπότε, εκεί δεν θα είχαν να περιμαζέψουν παρά ένα ναυάγιο, με μια κυβέρνηση παραδομένη στα «σωστικά συνεργεία» των δανειστών μας, και αφού προηγούμενα την είχαν αφήσει να εκτονώσει την όποια «αγωνιστικότητά» της; (Αν πριν το δημοψήφισμα υπήρχε, και υπήρχε όντως μια μερίδα λαού, που πίστευε στο γνήσιο της αγωνιστικότητας αυτής, μετά το δημοψήφισμα, θαρρώ πως όχι μονάχα εγώ, μα η πλειοψηφία του λαού, θέτει τη λέξη εντός εισαγωγικών. Παρόλα αυτά, είμαι πρόθυμος εδώ, να ομιλήσω μονάχα για τον εαυτό μου).

Σε ένα στρατηγικό επίπεδο, η έννοια της στρατηγικής απειλής, έχει σημασία σε σχέση με το ποια τελικώς στρατηγικά συμφέροντα διακυβεύονται στον αντίπαλό σου, από τη δική σου στρατηγική, όχι στη θεωρία, μα στη πράξη.

Και όταν αναφέρομαι σε διακυβεύματα, αναφέρομαι σε διακυβεύματα τα οποία έχουν μακροχρόνιο όσο και στρατηγικό χαρακτήρα και όχι συγκυριακής φύσεως.

Όπως εξελίχθηκαν τότε τα πράγματα, τέσσερα θεμελιώδη στρατηγικά διακυβεύματα της άλλης πλευράς, που θα μπορούσαν να λειτουργήσουν ως δυνάμει πλεονεκτήματα για τα δικά μας συμφέροντα, τελικώς, κάηκαν από εμάς τους ίδιους :

Το ένα ήταν το GREXIT το οποίο αν συνέβαινε θα σήμαινε περισσότερο και από τα κάποια τρις ευρώ βραχυπόθεσμες ζημίες στις οικονομίες της ευρωζώνης την μεσοπρόθεσμη όδευση του ίδιου του ευρώ στην οδό της κατάργησής του.

Το άλλο ήταν η βάσιμη δυνατότητα να πληγεί νομικά σε διεθνή δικαστήρια αν όχι το σύνολο των δανειστικών συμβάσεων πάνω στις οποίες θεμελιώνεται το εξωτερικό δημόσιο χρέος, τουλάχιστον μέρος αυτών ως παράνομες, επονείδιστες, επαχθείς ή καταχρηστικές. Εξάλλου, το ότι μια κυβέρνηση υπογράφει μια σύμβαση με έναν ιδιωτικό οργανισμό π.χ. μια τράπεζα ή και μια χώρα, και η σύμβαση είτε κατά τον χρόνο της υπογραφής της είτε σε μεταγενέστερο χρόνο αποδεικνύεται ότι πάσχει σε τέτοιο βαθμό ώστε να την καθιστά άκυρη ή ακυρώσιμη μερικά ή ολικά και με την ακυρότητα αυτή τουλάχιστον όποιος πλήττεται από τη σύμβαση αυτή δικαιούται όταν δεν υποχρεούται, ιδίως όταν εκπροσωπεί συμφέροντα τρίτου ή τρίτων, δεν γνωρίζω κανένα εθνικό δίκαιο δημοκρατικής χώρας η διεθνή κανόνα δικαίου που να απαγορεύει να απαλλαγεί από το βάρος μιας τέτοιας ενοχής ενός τέτοιου βάρους πολύ δε περισσότερο όταν μπορεί να αποδεχτεί δόλος η έστω βαριά αμέλεια ως προς αυτό το θέμα. Όχι μονάχα αυτό, μα απαξιώθηκε και το καταρχήν πόρισμα της ελληνικής Βουλής για το χρέος, που ήταν ευνοϊκό για τις ελληνικές θέσεις, μάλιστα δε, μετά τις εκλογές του Σεπτεμβρίου του 2015, δεν ξανάκουσα εγώ τουλάχιστον, τίποτα για τη τύχη της Επιτροπής που είχε συσταθεί για τον έλεγχο του χρέους. Όμως, το ζήτημα της νομιμότητας και του ελέγχου του χρέους, δεν υπόκειται σε καμία παραγραφή, και πάντα υπάρχει ζωντανή η ελπίδα, ότι έστω και «από ατύχημα», κάποια μέρα, το θέμα θα έρθει στην επιφάνεια και το έργο του ελέγχου θα φτάσει μέχρι το τέρμα, με ό,τι αυτό θα συνεπάγεται τότε.

Το τρίτο διακύβευμα ήταν η απώλεια των γεωστρατηγικών πλεονεκτημάτων της Ευρωζώνης στην ευπαθή πολιτικά και οικονομικά Νοτιοανατολική λεκάνη της Μεσογείου, μια περιοχή μεγάλου γεωστρατηγικού ενδιαφέροντος σε παγκόσμια κλίμακα.

Μένει τώρα να σημειώσω ιδιαίτερα το τέταρτο διακύβευμα που το θεωρώ και το πλέον σοβαρό. Είναι το διακύβευμα της ίδιας της δημοκρατικής υπόστασης της Ευρώπης, ένα διακύβευμα που το κάψαμε στο επίπεδο γενικών δηλώσεων περί «δημοκρατικού ελλείμματος» στην Ευρώπη, ενώ έπρεπε να αξιοποιηθεί ως ένα εξειδικευμένο θέμα αναφοράς σε σχέση με το ελληνικό ζήτημα, ως στοιχείο της διαπραγμάτευσης, και να μείνουμε στο θέμα αυτό, μέχρις ότου ξεκαθαριστεί, όχι λεκτικά, μα σε επίπεδο συμφωνίας. Είναι ένα ζήτημα, το οποίο ουδείς θα ήταν, και ούτε είναι και σήμερα σε θέση, να το θέσει στο περιθώριο, εξόν αν συμφωνεί ο άμεσα θιγόμενος από την καταστρατήγηση θεμελιωδών ευρωπαϊκών συμβάσεων, αν δεν επιμένει στην εφαρμογή τους έως κεραίας. Αυτό σημαίνει με απλά λόγια, ότι η ελληνική κυβέρνηση, δεν θάπρεπε να παραιτηθεί ούτε μια στιγμή από το πολιτικό σκέλος της διαπραγμάτευσης, αρνούμενη να πάει στο «επόμενο βήμα», αν προηγούμενα δεν αποσαφηνίζονταν το πολιτικό, δηλαδή, αν στην Ευρώπη ισχύουν ή όχι οι συμβάσεις εκείνες, που κατοχύρωναν το δημοκρατικό κεκτημένο, την ισοτιμία και την αλληλεγγύη και η ίδια η κυβέρνηση κατάγγελλε ότι είχαν καταργηθεί στην ουσία της Ελλάδας. Θάπρεπε να διεγείρει όλη την ευρωπαϊκή Κοινή Γνώμη πάνω σ’ αυτό το θέμα, και πάντως η ίδια να αξιώσει την εφαρμογή των συμβάσεων αυτών, καθιστώντας ταυτόχρονα ως πραγματική την απειλή για τα λοιπά ευρωπαϊκά διακυβεύματα που ήδη προαναφέρθηκαν.

Το γεγονός ότι οι πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου ήταν το Eurogroup και οι υπουργοί οικονομικών της Ευρωζώνης, και ο Έλληνας πρωθυπουργός στις συναντήσεις κορυφής ή τις συναντήσεις του με άλλους πρωθυπουργούς και προέδρους δημοκρατιών παραπέμπονταν στους «θεσμούς» και στο Eurogroup, έδειχνε καθαρά τι ήθελαν να αποφύγουν, και δυστυχώς, τελικώς, το απέφυγαν. Ήθελαν να αποφύγουν να καταστεί το πρόβλημα της Ελλάδας πολιτικό πρόβλημα της Ευρώπης, και έπρεπε πάση θυσία να μείνει στα πλαίσια ενός δημοσιονομικού και οικονομικού διαχειριστικού ζητήματος, και, ευτυχώς γι’ αυτούς, αλλά ατυχώς για τη χώρα μας, έμεινε ακριβώς εκεί. Η ελληνική κυβέρνηση τελικώς, αποδέχθηκε ένα πρόβλημα σε μεγάλο βαθμό πολιτικό να μετατραπεί σε πρόβλημα αμιγώς δημοσιονομικό και οικονομικό. Το παιχνίδι ήδη μεταφέρθηκε στο γήπεδο των αντιπάλων, οι οποίοι εκτός από το πλεονέκτημα έδρας, είχαν μαζί τους και τη διαιτησία, οπότε το αποτέλεσμα είχε προσδιοριστεί ήδη στα αποδυτήρια. Η ελληνική κυβέρνηση ένα πρόβλημα καθαρά πολιτικό, το μετέτρεψε σε τρέχουσας διαχειριστικής δημοσιονομικής φύσης. Το παιχνίδι από εδώ και πέρα ήταν χαμένο, διότι πάνω σ’ αυτό δεν υπήρχαν και πολλά να λεχθούν, ενώ αντίθετα, η άλλη πλευρά ήταν που δεν είχε να πει πολλά πάνω στο πολιτικό ζήτημα του προβλήματος, ιδίως όταν και η νομική προσέγγιση της νομιμότητας του χρέους, επίσης έγειρε υπέρ των ελληνικών θέσεων. Όμως, όλα αυτά απεμπολήθηκαν και ένα τεράστιο «γιατί» μένει να απαντηθεί.

Τι άλλο περίμενε να έχει η ελληνική κυβέρνηση με το μέρος της για να αποτολμήσει τη ρήξη, την οποία είναι βέβαιο ότι η άλλη πλευρά δεν θα την αποτολμούσε, αλλά και να την αποτολμούσε, πράγμα που το θεωρούσα και τότε απίθανο, εν πάση περιπτώσει, θα αναλαμβάναμε οι ίδιοι τις τύχες μας; Όμως, τα τρία παραπάνω διακυβεύματα, η Ευρώπη, όχι μονάχα τότε, μα ούτε και σήμερα είναι έτοιμη για να υποστεί τέτοιο κόστος και να θέσει υπό νομική αμφισβήτηση τις απαιτήσεις των δανειστών. Έτσι, η κυβέρνηση, η ελληνική κυβέρνηση, υποχώρησε εν τέλει άτακτα.

Και κάτι ακόμα :

Προσωπικά μένω με ένα ερώτημα : Αν δηλαδή ο πρώην υπουργός είχε αντιληφθεί ότι το προς διαχείριση «παίγνιο» που είχε μπροστά του, δεν ήταν παίγνιο που απαιτούσε μαθηματική μα πολιτική κι ακόμα παραπέρα διπλωματική δεινότητα. Δεν απαιτούσε δηλαδή την «επιστημοσύνη» των πανεπιστημιακών αμφιθεάτρων, αλλά την «επιστημοσύνη του πεζοδρομίου», διότι εκεί στο Eurogroup, δεν κυκλοφορεί και πολύ ακαδημαϊκού τύπου οικονομολογική «επιστημοσύνη», χωρίς αυτό να σημαίνει, ότι το «πεζοδρόμιο», δεν έχει την δική του «επιστήμη» : άλλωστε, χιλιάδες τώρα χρόνια, οι αγορές και η «ζώσα» οικονομία, στο πεζοδρόμιο εγγράφονται ως περιεχόμενο και δράση, και στις αίθουσες των πανεπιστημίων ως ερμηνεία της δράσης.

Στις συχνές αναφορές του ότι στο Eurogroup δεν υπήρχε εξόν από τον ίδιο άλλος οικονομολόγος, δείχνει ότι δεν αντιλήφθηκε πως εκεί δεν παιζόταν ένα οικονομικό μα ένα πολιτικό παιχνίδι, ακριβώς το παιχνίδι που ήθελε να παίξει ο ΣΥΡΙΖΑ αλλά τελικά το έπαιξαν οι άλλοι προτάσσοντας το οικονομικό παιχνίδι. Κι ούτε ήθελαν εκεί να καταλάβουν την «οικονομική λογική» των προτάσεων του κυρίου Βαρουφάκη ή τον «οικονομικό παραλογισμό» των μνημονιακών «σωτήριων» πολιτικών, διότι, προσωπικά πιστεύω πως δεν στερούνταν εγκύρων οικονομολόγων ώστε να ενημερωθούν πάνω στην «οικονομική» λογική των όποιων προτάσεων, όπως ήδη έχω σημειώσει. Διότι, το επαναλαμβάνω, ο αγώνας δεν παιζόταν σ΄ αυτό το ταμπλό, παρά μονάχα προσχηματικά. Εξ ού και η αγωνία τους να κρατήσουν την ελληνική κυβέρνηση μέσα στο οικονομικό παιχνίδι, όπου μιλούσαν η σιωπούσαν οι πάντες χωρίς κανείς να ενδιαφέρεται ούτε για την ομιλία ούτε για την σιωπή, διασφαλίζοντας έτσι ότι δεν θα μετατεθεί η όλη διαπραγμάτευση στο πολιτικό γήπεδο, όπου μειονεκτούσαν πράγμα που το πέτυχαν.

Στην πολιτική, η πιο κρίσιμη «ειδικότητα» είναι αυτή της «πολιτικής» και της «διπλωματίας» ανεξάρτητα από το πιο ειδικότερα τομέα κυβερνητικής πολιτικής ασκεί ο οποιοσδήποτε κυβερνητικός αξιωματούχος, ενώ, για να μη γίνει πρόσθετη παρανόηση αναφερόμενος στο «προσόν» της «πολιτικής» και της «διπλωματίας», δεν αναφέρομαι σε διπλωματούχους των αντιστοίχων επιστημονικών κλάδων. Όπως υπήρξαν επιτυχημένοι υπουργοί που δεν είχαν καμία επαφή με την οικονομική επιστήμη, το ίδιο υπήρξαν και επιτυχημένοι πολιτικοί στον τομέα της παραγωγής κυβερνητικής πολιτικής και της διπλωματίας, χωρίς επίσης να έχουν καμία επαφή με την πολιτική ή νομική επιστήμη. Και τούμαπλιν, υπήρξαν πολιτικοί εξαίρετοι στο επιστημονικό πεδίο που σπούδασαν, αλλά αποτυχημένοι ακόμα και όταν τους ανατέθηκαν υπεύθυνα καθήκοντα, κυβερνητικά ή άλλα, που υποτίθεται ότι γι’ αυτά εθεωρούντο «ειδικοί». Είναι άλλο πράγμα, για να φέρω ένα άλλο παράδειγμα, να σπουδάζεις την επιχειρηματικότητα και άλλο να την ασκείς, ενώ όσοι την ασκούν δεν την ασκούν καθόλου χειρότερα, αν όχι και πολύ καλύτερα, από όσους την σπούδασαν.

Την ίδια στιγμή δεν παύω να πιστεύω αυτό που ήδη έχω υποστηρίξει σε παλιότερο άρθρο μου ότι δηλαδή η υπογραφή ενός τρίτου Μνημονίου, εν όψει των πολλών εκκρεμοτήτων που υπήρχαν στο τότε εν ισχύει δεύτερο Μνημόνιο, ήταν τόσο επιτακτική για τους δανειστές, όσο οδυνηρή ήταν και η θυσία των «οικείων» σ’  αυτούς προσώπων στην ελληνική κυβέρνηση τα οποία όμως έπρεπε πάση θυσία να αντικατασταθούν από μια πολιτική δύναμη και ένα πολιτικό προσωπικό που θα καθιστούσε δυνατή την υπογραφή αυτού του τρίτου μνημονίου δοθείσης της πλήρους αδυναμίας των «οικείων» προσώπων να εγγυηθούν την υπογραφή του. Το ερώτημα, αν στις εκλογές του Γενάρη του 2015  κέρδιζε ο κυβερνητικός συνασπισμός που ίσαμε τότε κυβερνούσε θα βγαίναμε από το μνημόνιο, δηλαδή στις αγορές, αυτό κινείται στη χώρα της πλέον ζωηρής φαντασίας, που υπερβαίνει ακόμα και τα όρια της δια γυμνού οφθαλμού ορατής προπαγάνδας

Τελειώνοντας, θάθελα να μένω ακόμα λίγο σ’ ένα θέμα που ήδη θίξαμε παραπάνω. Υπήρχε ή όχι εντολή ρήξης στις εκλογές του Γενάρη του 2015, και στο δημοψήφισμα του καλοκαιριού της ίδιας χρονιάς; Σε ό,τι αφορά το δημοψήφισμα, το «ΟΧΙ», όχι τόσο καθαυτό ως ποσοστό που έλαβε, όσο μέσα στις συγκυρίες που έγινε, με τη χώρα ουσιαστικώς υπό την γυμνή πλέον κατοχή των ξένων δανειστών, μέσω των capital controls, με την εθνική οικονομία ουσιαστικώς υπό καθεστώς επίσημης χρεοκοπίας, με το μέλλον του κάθε πολίτη όχι άδηλο πλέον αλλά με ορατή την κατάρρευση της ατομικής του οικονομικής υποστάσεως, δεν αφήνει καμία αμφιβολία για το μήνυμά του, που ήταν : «οριστική ρήξη, νυν υπέρ πάντων ο αγών».

Το δημοψήφισμα όχι μόνο δεν ήταν λάθος αλλά θα μπορούσε να ενισχύσει καθοριστικά και αποτελεσματικά τον διακηρυγμένο στόχο της κυβέρνησης να καταργήσει το μνημόνιο, ή τουλάχιστον να το καταστήσει νόμιμο και ανθρώπινο και παράλληλα να διασφαλίσει την παραμονή της χώρας στην ευρωζώνη.

Αλλά, και οι εκλογές του Γενάρη του 2015, είχαν επίσης ξεκάθαρη την εντολή ρήξης. Η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ, τον Γενάρη του 2015, εξελέγησαν με βάση την υπόσχεσή τους να «σχίσουν» τα μνημόνια, με βάση προγράμματα, τα οποία δεν υπονοούσαν την ρήξη, μα την υπογράμμιζαν και την τόνιζαν. Δεν θα πρέπει επίσης να ξεχνούμε και το περίφημο «παράλληλο πρόγραμμα», το οποίο η συγκυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ-ΑΝΕΛ το είχε ανάγει σε ένα ιδιότυπο πλην πολιτικά (και εκλογικά) «πιασάρικο» επιχείρημα, του τύπου : «μη κοιτάτε τι αναγκαστήκαμε να υπογράψουμε, διότι ό,τι θα εφαρμόσουμε δεν θα είναι το μνημονιακό πρόγραμμα, μα ένα άλλο παράλληλο που έχουμε και με το οποίο θα υπερκεράσουμε τη βαναυσότητα του επίσημου μνημονιακού προγράμματος».

Σήμερα, με βάση την εμπειρία των όσων συνέβησαν πέρσι τέτοια περίοδο, τι μπορεί να γίνει, ώστε να επιχειρήσουμε εκ νέου, την ουσιαστική μάχη για την απαλλαγή μας από τον θανάσιμο εναγκαλισμό των Μνημονίων;

Το πρώτο που πρέπει να κάνουμε, είναι να διαπιστώσουμε, αν από τύχη ή όχι, τα διακυβεύματα που αναφέραμε παραπάνω υπάρχουν ακόμα. Θα διαπιστώσουμε ότι βρίσκονται εκεί, στη θέση τους.

Το GREXIT ως απειλή κατά του ευρώ υπάρχει, και μάλιστα πολύ πιο ενισχυμένο με βάση τα όσα συμβαίνουν αυτή τη στιγμή στον ευρωπαϊκό τραπεζικό χάρτη, και ιδίως στη Γερμανία, αλλά και με την υπόθεση του BREXIT, κι αυτό το τελευταίο, αδιάφορο το τι θα προκύψει από το σχετικό δημοψήφισμα στην Βρετανία.

Τα διεθνή δικαστήρια και τα βάσιμα νομικά επιχειρήματά μας για το χρέος, επίσης είναι παρόντα, αφού ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκαν.

Η χώρα ως φυσικός χώρος, δεν μετακινήθηκε και βρίσκεται στη θέση της με ό,τι αυτό συνεπάγεται σε όρους γεωπολιτικής.

Η Ευρώπη με τα σοβαρά και οσημέραι επιδεινούμενα πολιτικά της προβλήματα, είναι επίσης παρόντα.

Τι μένει;

Μένει μια ελληνική κυβέρνηση, στην οποία δεν θα μετέχει κανένα πολιτικό στέλεχος με κυβερνητική θητεία στις μνημονιακές κυβερνήσεις της περιόδου 2010-2016, μια κυβέρνηση ειδικού σκοπού και ορισμένου, με ευρεία κοινοβουλευτική στήριξη του έργου της και υπό την πλήρη εποπτεία ενός Συμβουλίου Πολιτικών Αρχηγών, που θα χαράσσουν το κάθε βήμα της κάθε πολιτικής της, με μοναδικούς διακηρυγμένους στόχους :

Πρώτο, την άμεση δρομολόγηση όλων των νομικών ενεργειών για τη νομική αμφισβήτηση της νομιμότητας του χρέους, τόσο ως προς τη διαδικασία συγκρότησής του, όσο και ως προς το περιεχόμενό του μα και το ύψος του. Σαν πρώτο βήμα, θα εφαρμοστούν πλήρως οι τελεσίδικες αποφάσεις των ελληνικών ανωτάτων δικαστηρίων οι σχετικές με τη συνταγματικότητα ή μη των Μνημονίων, συνολικά ή ad hoc, έως ότου δοθεί μια τελεσίδικη απόφαση Διεθνούς Δικαστηρίου.

Δεύτερο, την άμεση σε βάθος εξέταση δικαστική δρομολόγηση όλων εκείνων των μεγάλων εκκρεμών υποθέσεων που έχουν να κάνουν με ζητήματα μεγαλοδιαφθοράς κάθε μορφής (της μεγαλοφοροδθαφυγής και μεγαλοεισφοροδιαφυγής περιλαμβανομένων), είτε σ’ αυτή εμπλέκονται και ξένα μεγάλα οικονομικά ή/και πολιτικά συμφέροντα, είτε όχι.

Τρίτο, την άμεση δήλωση προς τους «θεσμούς» ότι η χώρα, δεν αναγνωρίζει το χρέος έως ότου αυτό αποσαφηνιστεί ως προς τα αμφισβητούμενα από την Ελλάδα στοιχεία και χαρακτηριστικά του, (ανωτέρω), και ότι μέχρι τότε, θα εξυπηρετεί μόνο μέρος των τοκοχρεωλυσίων, σε ύψος που τη κάθε φορά θα καθορίζεται από την ελληνική κυβέρνηση, και με βάση τις πραγματικές δυνατότητες της ελληνικής οικονομίας, αφού πρώτα κατά άμεση προτεραιότητα θα εξυπηρετούνται οι ανελαστικές όσο  και θεμελιώδεις κοινωνικές υποχρεώσεις και οι ανάγκες του λαού, της αναπτυξιακής υποστήριξης της οικονομίας περιλαμβανομένης σ’ αυτές τις ανελαστικές υποχρεώσεις.

Τέταρτο, ότι η ελληνική κυβέρνηση δεν αποδέχεται καμία προηγούμενη συμφωνία της χώρας που κατά παράβαση του Συντάγματος της χώρας και διεθνών συμβάσεων και συμφωνιών που αναγνωρίζονται στην Ευρώπη, η οποία περιορίζει την εθνική της κυριαρχία, την εθνική της ανεξαρτησία, και πλήττει θεμελιώδη ανθρώπινα δικαιώματα.

Πέμπτο, ότι η ελληνική κυβέρνηση, θα δηλώσει ότι τη σωτηρία της χώρας, θα την αναζητήσει από όπου μπορεί να προέλθει, εφόσον διαπιστωθεί ότι η ευρωπαϊκή «αλληλεγγύη» δεν λειτουργεί, ή λειτουργεί με όρους απαράδεκτους (και κατ’ ουσίαν νομικά αμφισβητούμενους για τη νομιμότητά τους) για το δημοκρατικό και κοινωνικό κεκτημένο της ίδιας της Ευρώπης, και ότι άμεσα θα θέσει σε ισχύ διεθνείς συμφωνίες γεωστρατηγικού πολιτικού και οικονομικού χαρακτήρα που ήδη υπάρχουν αλλά δεν έχουν εισέτι δρομολογηθεί η υλοποίησή τους, ή έχει δρομολογηθεί μερικώς, και επίσης θα διευρύνει αυτές τις γεωστρατηγικές της επιλογές όπου αυτό κρίνεται συμφέρον για την χώρα.

Έκτο, ότι η ελληνική κυβέρνηση, άμεσα θα προβεί σε νομική διεκδίκηση αποζημιώσεων σε βάρος όλων εκείνων των νομικών ή και φυσικών προσώπων, τα οποία επέβαλαν τις μνημονιακές πολιτικές και οι οποίες προκάλεσαν ζημίες στην εθνική οικονομία, τα εισοδήματα και τις περιουσίες του λαού, και οι οποίες πολιτικές, επιβλήθηκαν είτε συνειδητά, είτε από βαριά αμέλεια, από Έλληνες ή ξένους αδιάφορα.

Έβδομο, ότι εφόσον η Ευρώπη προβεί σε απειλές τύπου GREXIT, ή σε «ασφυξία ρευστότητας» της οικονομίας της, όπως στο παρελθόν, η ελληνική κυβέρνηση άμεσα θα θέσει ευθέως το ερώτημα στον ελληνικό λαό, αν δέχεται την παραμονή στην Ευρωζώνη με τις προϋποθέσεις των δανειστών ή την επιστροφή στο εθνικό νόμισμα, με βάση την επιχειρηματολογία της ελληνικής κυβέρνησης, και επίσης, άμεσα θα αντιμετωπίσει το ζήτημα της ρευστότητας με κάθε πρόσφορο μέσο και με άμεση προτεραιότητα την προστασία των αποταμιεύσεων, ιδίως της λαϊκής μεσαίας και μικρής αποταμίευση, όπως οι όροι «μεσαία» και «μικρή» προσεγγίζονταν πριν το 2010.

Όγδοο, ότι η ελληνική κυβέρνηση, πριν την υλοποίηση όλων των παραπάνω στόχων της, καλεί τους ξένους δανειστές να δηλώσουν αν δέχονται να συμβιβαστούν μαζί της, οπότε και θα ανασταλεί μέχρι του πέρατος των σχετικών συζητήσεων, η υλοποίηση εκείνων των μέτρων που έχουν να κάνουν με την εξυπηρέτηση του χρέους, και φυσικά όλων των προβλεπόμενων μνημονιακών μέτρων.

Φυσικά, μια τέτοια κυβέρνηση ειδικού σκοπού, είναι αναγκαίο, πριν κάν συγκροτηθεί, με κάθε μυστικότητα, όπως συμβαίνει με όλα τα θεωρούμενα, τουλάχιστον στο διπλωματικό επίπεδο, «σοβαρά» Κράτη, οι πολιτικές ηγεσίες που θα έρθουν σε συμφωνία για τη συγκρότησή της, με κοινές ενέργειες που θα τονίζουν την εθνική συσπείρωση πάνω σ’ αυτό το θέμα, δηλαδή του χρέους και των μνημονίων, θα έχουν προηγούμενα (και πάντως σύντομα) καταστρώσει λεπτομερή σχέδια δράσης για τα κρίσιμα ζητήματα που θα προβληθούν ως στρατηγικοί στόχοι μιας τέτοιας κυβέρνησης, πριν καν συγκροτηθεί αυτή η κυβέρνηση, περιλαμβανομένης και της αντιμετώπισης των αντιδράσεων που πρόκειται να εκδηλωθούν.

Σε κάθε περίπτωση, ένα είναι το κρίσιμο στοιχείο εδώ. Μετά και τα όσα συνέβησαν το πρώτο εξάμηνο του 2015, εν προκειμένω, δεν χωρούν πολλά λόγια και παλινωδίες. Αν υπάρχουν επιφυλάξεις και πολύ περισσότερο φοβίες, καλό είναι να μην αναληφθεί καμία πρωτοβουλία του τύπου και της έκτασης που εδώ εισηγούμαι, διότι το κακό που θα προκληθεί θα είναι μεγάλο, και το κέρδος ανύπαρκτο. Μια ρήξη με την Αθλιότητα, διότι περί αυτού συζητάμε, είτε θα επιχειρηθεί με τρόπο αποφασιστικό και μέχρι τέλους, είτε δεν θα επιχειρηθεί καθόλου. Το «ΟΧΙ» στην Αθλιότητα έχει συνέπειες.

Υπάρχουν εκείνοι που λένε, πως αν οι συνέπειες της ρήξης είναι σημαντικές, τότε απλά, συμβιβάζεσαι με την Αθλιότητα με ό,τι αυτό συνεπάγεται.

Υπάρχουν και οι άλλοι που λένε ότι με την Αθλιότητα, και πάντως με εκείνη την Αθλιότητα που δεν σου υπόσχεται παρά την πλήρη εξαθλίωσή σου και την εκμηδένισή σου, δεν χωρεί καμία συζήτηση, και εάν τέλος πάντων, το μέγα εθνικό μας διακύβευμα είναι αν θα μας αποτελειώσουν οι ξένοι, ή αν θα πάρουμε την υπόθεσή μας στα δικά μας χέρια με την πεποίθηση ότι κανείς δεν αυτοακρωτηριάζεται ή τουλάχιστον δεν έχει σαν πρωταρχικό του στόχο τον αυτοκρωτηριασμό του και πολύ περισσότερο να αυτοκτονήσει, τότε, προτιμότερο είναι να πάρουμε την υπόθεσή μας στα χέρια μας.

Και οι δύο προσεγγίσεις έχουν και οπαδούς και αντιπάλους.

Σε μια Δημοκρατία όμως, την τελική απόφαση την παίρνει ο λαός.

Εδώ, ο λαός μίλησε αρκετές φορές, αλλά δεν εισακούσθηκε.

Μίλησε στις εκλογές του 2012 και 2015, όταν ψήφιζε και αναδείκνυε αντιμνημονιακές αντιπολιτεύσεις σε κυβερνήσεις, απλά για να εισπράττει νέα Μνημόνια.

Μίλησε στο δημοψήφισμα του 2015, απλά για να μετατραπεί το «ΟΧΙ» σε «ΝΑΙ».

Αναμφίβολα, πριν μιλήσουμε για έξοδο από τη κρίση, πρέπει να μιλήσουμε για την ανεύρεση της χαμένης μας Δημοκρατίας. Διότι όλα τα παραπάνω, κάθε άλλο υπογραμμίζουν την παρουσία της.