Και ρώτησε ο νέος τη μάνα του που καθόταν κι έπλεκε ήσυχα στον καναπέ το πλεχτό της, εξοργισμένος από…
τα περίσσια νιάτα του που παρ’ όλο τους το εύρος δεν χωρούσαν το νόημα της ζωής:

— Και δε μου λες ρε μάνα, τι είναι η ζωή; Εσύ ξέρεις;
— Ε, γιε μου, του απάντησε η μάνα καθώς συνέχισε να πλέκει δίχως σταματημό.

«Η ζωή είναι σαν αυτό το πλεχτό. Έρχεσαι στον κόσμο και σου δίνεται ένα κουβάρι κάτι να το κάνεις. Ξεκινάς και πλέκεις και το μόνο που έχεις στο νου σου είναι να το πλέξεις όσο καλύτερα μπορείς.

Να καταφέρεις το σχέδιο που έχεις στο νου σου, να μην αφήσεις κενά, οι κόμποι σου να είναι περιποιημένοι και κρυμμένοι.

 Ε, και καθώς περνούν τα χρόνια, το μόνο που αλλάζει καθώς πλέκεις το πλεχτό σου, είναι πως αρχίζεις και ρίχνεις κλεφτές ματιές στο κουβάρι που τελειώνει και σε πιάνει μια αγωνία μήπως δε σου φτάσει η κλωστή να το τελειώσεις. Αυτή είναι η ζωή γιε μου…»
…………………………
Η διήγηση αυτή ουδόλως φανταστική είναι.

Μου την ανέφερε ο καρδιακός  φίλος Γ. που είναι σήμερα ένας ωραίος άνθρωπος που αρχίζει και κοιτά μήπως τελειώσει το κουβάρι του  και αγωνιά αν θα του φτάσει η κλωστή.

Κι εγώ γελώ μαζί του, γιατί ακόμα δεν καταλαβαίνω.

Πηγή