Σε ένα σκληρό μπρα-ντε-φερ μεταξύ Ουάσινγκτον και Μόσχας εξελίσσεται η συριακή κρίση, η οποία πέντε χρόνια μετά την έναρξη του εμφυλίου απειλεί να ανατρέψει τις εύθραυστες ισορροπίες στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

 

Το γεωπολιτικό θρίλερ με αιχμή του δόρατος την Συρία ξεκίνησε να εκτυλίσσεται με γρήγορους ρυθμούς μετά τη συμφωνία του Μονάχου για την παύση των εχθροπραξιών στη Συρία. Η συμφωνία θεωρήθηκε ως ένα καλό πρώτο βήμα χωρίς να δεσμεύει κανέναν από τους βασικούς παίκτες στα «καυτά» θέματα του συριακού.

Για την Μόσχα οποιαδήποτε χερσαία επιχείρηση ξένων δυνάμεων σε συριακό έδαφος αποτελεί «casus belli» και βλέπει απειλητικά τις ενέργειες της Ουάσινγκτον και του ΝΑΤΟ στην ανατολική Ευρώπη και την Μέση Ανατολή.

Το ΝΑΤΟ επίσημα αφήνει ανοιχτό το ενδεχόμενο να εμπλακεί σε στρατιωτικές επιχειρήσεις στη Συρία κατά των τζιχαντιστών του Ισλαμικού Κράτους. Οι ΗΠΑ πριν από μερικές ημέρες ζήτησαν και πέτυχαν ακόμη και την ανάπτυξη των αναγνωριστικών αεροσκαφών AWACS (ιπτάμενα ραντάρ έγκαιρης προειδοποίησης) του ΝΑΤΟ. Τα αεροσκάφη θα πετάξουν πάνω από αμερικανικό έδαφος προκειμένου να απελευθερωθούν τα αεροσκάφη των ΗΠΑ για την μάχη κατά των τζιχαντιστών στη Συρία και το Ιράκ.

Η συγκεκριμένη μονάδα, η οποία αποτελείται από 20 αεροσκάφη και δημιουργήθηκε από το ΝΑΤΟ την δεκαετία του 1980 για την αντιμετώπιση της «Σοβιετικής απειλής», έχει την δυνατότητα να παρακολουθεί όλες τις κινήσεις σε αέρα και ξηρά. Κάθε αεροσκάφος καλύπτει μία περιοχή σε απόσταση 400 χλμ., είναι σε θέση να προειδοποιήσει για ενδεχόμενες απειλές και να οργανώσει απάντηση.

Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, οι τελευταίες ενέργειες του ΝΑΤΟ ερμηνεύονται ως ένα ηχηρό μήνυμα στη Μόσχα. Η Ουάσινγκτον βλέπει με επιφυλακτικότητα και ανησυχία τις νίκες του συριακού στρατού, ο οποίος με την βοήθεια των αεροπορικών βομβαρδισμών των ρωσικών μαχητικών, έχει καταφέρει να στριμώξει τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες.

Αυτή η εξέλιξη ενισχύει και τον εκνευρισμό της Άγκυρας. Στις 3 Φεβρουαρίου ο συριακός στρατός κατάφερε ένα αποφασιστικό χτύπημα στο «χέρι» της Τουρκίας μέσα στη Συρία. Κατάφερε να αποκόψει τον δρόμο ανεφοδιασμού στα σύνορα μεταξύ του Χαλεπίου και του Μπαμπ αλ Σαλαμεχ. Η συγκεκριμένη διαδρομή ήταν εξαιρετικά σημαντική για την πολιτική του Ταγίπ Ερντογάν, ο οποίος ζητούσε επίμονα την παραίτηση του προέδρου της Συρίας, και την ενίσχυση των ανταρτών έναντι του Μπασάρ αλ Άσαντ.

Η Άγκυρα ήλπιζε ότι η επέκταση των Κούρδων ανταρτών, τους οποίους κατηγορεί ως τρομοκράτες του ΡΚΚ, θα σταματούσε, η συριακή αντιπολίτευση θα κέρδισε πλήρως το Χαλέπι και το καθεστώς του Άσαντ θα αποδυναμωνόταν.

Η Τουρκία στράφηκε στην Σαουδική Αραβία και ο Τούρκος πρωθυπουργός, Αχμέτ Νταβούτογλου επισκέφθηκε στα τέλη του Ιανουαρίου το Ριάντ για συνάντηση με τον βασιλιά Σαλμάν. Λίγο αργότερα «διέρρευσε» ότι οι δύο χώρες θα πραγματοποιήσουν κοινές στρατιωτικές ασκήσεις και θα συνεργάζονται στενότερα.

Ταυτόχρονα ο Αμερικανός υπουργός Άμυνας, Αστον Κάρτερ αρνήθηκε να αποκλείσει το ενδεχόμενο χερσαίας στρατιωτικής επιχείρησης της Σαουδικής Αραβίας σε συριακό έδαφος. Δεν έκρυψε ότι οι ΗΠΑ θα ήθελαν να δουν μεγαλύτερη ανάμειξη των δυνάμεων της περιοχής και χαιρέτησε την απόφαση του Ριάντ και των άλλων κρατών του Κόλπου.

Η επιλογή για το Ριάντ σε αυτή τη φάση φαίνεται να είναι η αποστολή χερσαίων στρατευμάτων μέσω Τουρκίας στη Συρία, τα οποία θα μπορούν να επέμβουν σε ευρύτερη κλίμακα και να δημιουργήσουν έναν ασφαλή διάδρομο για τους πρόσφυγες και τους αντικαθεστωτικούς αντάρτες. Παρόλα αυτά στα κεντρικά του ΝΑΤΟ επικρατεί σκεπτικισμός και αμφιβολίες για τις υποσχέσεις της Σαουδικής Αραβίας, καθώς το Ριάντ έχει στρατιωτική επέμβαση στην Υεμένη και κατά το παρελθόν έχει κάνει πίσω σε δεσμεύσεις του απέναντι στη διεθνή κοινότητα.