Γράφει ο Όμηρος Ταχμαζίδης
Οι μετακινήσεις πληθυσμιακών ομάδων δεν είναι σπάνιο φαινόμενο στην…
ανθρώπινη ιστορία, αντιθέτως θα μπορούσαμε να πούμε ότι είναι ο κανόνας. Ο ελλαδικός χώρος υπήρξε πάντοτε τόπος συρροής και αποδημίας ανθρώπων, από την αρχαιότητα, το μεσαίωνα έως και τους σύγχρονους καιρούς. Οι μετακινήσεις πληθυσμών, είτε γινόταν συντεταγμένα, όπως κατά την περίοδο της ίδρυσης αποικιών από τις αρχαίες ελληνικές πόλεις, είτε ως πρακτική (μετ)εγκατάστασης πληθυσμών από την πλευρά του κράτους, όπως συνέβαινε την περίοδο του ανατολικορωμαϊκού μεσαίωνα ή ακόμη και στην περίοδο της Οθωμανικής αυτοκρατορίας, είναι μια σχεδόν μόνιμη κατάσταση στην ευρύτερη περιοχή.

Διαβάζοντας το βιβλίο του Παντ. Μ. Κοντογιάννη “Η ελληνικότης των νομών Προύσης και Σμύρνης”, που εκδόθηκε το 1919 στην Αθήνα από τον “Σύλλογο προς διάδοσιν ωφελίμων βιβλίων” διαπιστώνουμε τη διαρκή κίνηση που υπάρχει, κατά τη διάρκεια του 19ου αιώνα, από τον σημερινό ελλαδικό χώρο και τα νησιά του Αιγαίου, προς τις απέναντι ακτές έως και μέσα στην μικρασιατική ενδοχώρα. Ο 20ος αιώνας σφραγίστηκε από την μετανάστευση των Ελλήνων, του Ελληνικού Βασιλείου, αλλά και της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας προς τις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής, τους διωγμούς των Ελλήνων της Μικράς Ασίας και τη διαβόητη ανταλλαγή των πληθυσμών, το διωγμό των Κωνσταντινουπολιτών και των Ελλήνων της Αιγύπτου καθώς και τη μετανάστευση στις υπερπόντιες χώρες και στην Ευρώπη μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.

Οι μετακινήσεις πληθυσμών, όπως τις παρατηρούμε στη σημερινή τους έξαρση στον ευρύτερο γεωγραφικό μας περίγυρο, λόγω του πολέμου στη Συρία, δεν είναι άγνωστες στην πρόσφατη ελληνική ιστορία. Οι διωγμοί των Ελλήνων του Πόντου, οδήγησε σε κύματα διαφυγής προς την Ρωσία και αυτό που διάφοροι ρατσιστές αποκαλούν υποτιμητικά “λαθρομετανάστευση” ήταν καθημερινότητα για τους ρωμέικους πληθυσμούς της περιοχής κατά τη διάρκεια του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Παρανόμως και χωρίς τα απαραίτητα έγγραφα διέφευγαν και οι Ρωμιοί της περιοχής συνεχώς προς την γειτονική ρωσική αυτοκρατορία. Το κύμα εντάθηκε μετά την Οκτωβριανή Επανάσταση και την αποχώρηση των ρωσικών στρατευμάτων από την Τραπεζούντα και τον ανατολικό Πόντο, όπου οι Έλληνες εγκατέλειπαν κατά χιλιάδες την περιοχή φοβούμενοι αντίποινα. Νωρίτερα είχαν ακολουθήσει οι Τούρκοι των ανατολικών συνόρων την αντίστροφη πορεία, σπέρνοντας στο φευγιό τους τον τρόμο και τον πανικό στους κατοίκους των περιφερειών από όπου διέρχονταν.

Οι σημερινές “εικόνες” από τη Συρία, τηρουμένων των αναλογιών, δεν απέχουν και πολύ από εκείνες τις καταστάσεις που εμβίωσαν οι κάτοκοι του Οθωμανικού Πόντου. Παρόμοια γεγονότα είχαμε και στην περιοχή της Ανατολικής Θράκης και στα δυτικά παράλια της Μικράς Ασίας. Μερικά χρόνια νωρίτερα ήσαν οι μουσουλμάνοι της Βαλκανικής που εγκατέλειπαν τις ιδιαίτερες πατρίδες τους επειδή ο σουλτάνος είχε ηττηθεί από τον αυστριακό αυτοκράτορα και τα σύνορα μετακινήθηκαν νοτιότερα. Όλη η πρόσφατη ιστορία της Βαλκανικής και της Μικράς Ασίας είναι μια ιστορία πληθυσμιακών μετακινήσεων – συμπεριλαμβανομένης και της αστυφιλίας.

Και όμως σήμερα πολλοί συμπεριφέρονται σαν να είναι αυτές οι μετακινήσεις και οι διωγμοί πολύ μακρινό παρελθόν. Αλλά ο εκπατρισμός των Κωνσταντινουπολιτών, η εκδίωξη των Αιγυπτιωτών, οι διωγμοί στην Ίμβρο και στην Τένεδο, οι πρόσφυγες της Κύπρου, η μαζική μετανάστευση στην Γερμανία, η επιστροφή των πολιτικών προσφύγων του Εμφυλίου Πολέμου, η άφιξη των Ελλήνων (Ποντίων) από τις χώρες της πρώην Σοβιετικής Ένωσης, η μαζική έλευση ξένων μεταναστών από γειτονικές χώρες, όπως η Αλβανία ή και χώρες που βρίσκονται πολύ μακριά από την πατρίδα μας, δεν είναι γεγονότα που χάνονται πίσω σε κάποιο μακρινό και άγνωστο παρελθόν.

Και σήμερα βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα φαινόμενο που οι Έλληνες γνώρισαν πολύ καλά στην ιστορία τους: τον εκπατρισμό λόγω ενός πολέμου. Αυτό που συμβαίνει στα παράλια της Μικράς Ασίας, με τους εκατοντάδες πνιγμούς, ανασύρει από τη συλλογική μνήμη τις δυσάρεστες στιγμές του μαζικού θανάτου και του βίαιου ξεριζωμού των Ελλήνων από τις πατρογονικές εστίες τους μετά την Μικρασιαστική Κατατροφή.

Αλλά ο συναισθηματισμός δεν είναι καλός σύμβουλος όταν έχουμε να επιλύσουμε τόσο περίπλοκα προβλήματα, όπως είναι αυτό της μετακίνησης χιλιάδων ανθρώπων. Χρειάζεται ψυχραιμία και συστηματική αντιμετώπιση του προβλήματος. Ο πανικός, οι ανυπόστατες φοβίες, ο ρατσισμός και η μικροπολιτική αντιπαράθεση θα πρέπει να εξοστρακιστούν από το δημόσιο λόγο, όσον αφορά, τουλάχιστον, το συγκεκριμένο πρόβλημα και τη διαχείρισή του από το ελληνικό κράτος. Οι ακραίες φωνές θα πρέπει να απομονωθούν και η συντεταγμένη πολιτεία, τα πολιτικά κόμματα, η τοπική αυτοδιοίκηση, οι οργανώσεις της κοινωνίας των πολιτών και ο κλήρος, θα πρέπει να αναζητήσουν λύσεις που να συνάδουν με τις διεθνείς συμβάσεις και τις υποχρεώσεις της χώρας, αλλά ακόμη περισσότερο με τις ανθρωπιστικές παραδόσεις του ελληνικού λαού και την πατροπαράδοτη ελληνική φιλοξενία.

Το πρόβλημα έχει και τις κοινωνικές και οικονομικές πτυχές του. Δεν είναι όλοι όσοι διαμαρτύρονται ρατσιστές και δεν είναι κάθε φορά όλες οι λύσεις που προτείνουν οι κεντρικοί κρατικοί φορείς οι ορθές. Αλλά στη δημοκρατία υπάρχουν τρόποι να ανακληθούν λανθασμένες αποφάσεις, να διορθωθούν κακώς κείμενα, να βελτιωθούν υποδομές, να υπάρξει συνεννόηση, για αυτό κάθε πρακτική που με αφορμή τα υπαρκτά ή “ανύπαρκτα” προβλήματα που συνοδεύουν τις μαζικές μετακινήσεις πληθυσμών και στοχεύει στην κατάργηση του δημοκρατικού κεκτημένου πρέπει να βρει απέναντί της το σύνολο της κοινωνίας.

Όσον αφορά το σκέλος της οικονομικής επιβάρυνσης της χώρας σε περίοδο σαφέστατης οικονομικής καχεξίας του ελληνικού κράτους θα πρέπει να σημειώσουμε ότι η πιθανή προσωρινή οικονομική επιβάρυνση της ελληνικής πολιτείας θα είναι μηδαμινή σε βάθος χρόνου, ενώ το όφελος από την ελεγμένη παρουσία των ξένων (προσφύγων ή μεταναστών) για την ελληνική οικονομία και κοινωνία μακροπρόθεσμα θα είναι τεράστιο. Ένα μεγάλο μέρος τους μπορεί να ενσωματωθεί ταχύτατα στις διαδικασίες της παραγωγής, ένα μέρος να προωθηθεί σε άλλες χώρες και ένα άλλο να επαναπροωθηθεί στις χώρες προέλευσης, εάν δεν πληρούνται τα κριτήρια που προβλέπουν οι διεθνείς συμβάσεις και οι νομικές υποχρεώσεις της χώρας. Αλλά ακόμη και στην τελευταία περίπτωση θα μπορούσε να είναι κανείς πιο ελαστικός, διότι οι ξένοι εργαζόμενοι καλύπτουν κενά στην παραγωγική διαδικασία, τα οποία αρνούνται να συμπληρώσουν, για δικούς τους λόγους, οι γηγενείς εργαζόμενοι.

Ένα στοιχείο που απουσιάζει από τον προβληματισμό μας, γύρω από το προσφυγικό και μεταναστευτικό ζήτημα είναι εκείνο που συνδέει την παρουσία του ξένου με την πολιτισμική παρουσία του νέου ελληνισμού στο σύγχρονο κόσμο. Εδώ να σημειώσουμε ότι πολιτιστικά οφέλη, ιδίως στις περιπτώσεις των προσφύγων, από τους οποίους ένα μεγάλο μέρος θα επιστρέψει κάποια στιγμή στην πατρίδα του και θα αποτελούν τον καλύτερο πρεσβευτή της χώρας μας, θα είναι τεράστια Οι νεότερες γενιές που θα φοιτήσουν στα σχολεία μας την περίοδο της διαμονής της οικογένειας στην Ελλάδα θα μάθουν να μιλούν την ελληνική: ένα μέγεθος που υποτιμάται διαρκώς στις συζητήσεις για το μεταναστευτικό. Ένας από τους πρώτους που διείδε αυτή τη διάσταση της σημερινής μας συνθήκης ήταν ο συγγραφέας Μένης Κουμανταρέας: “Από τότε που η γλώσσα μας φυλακίστηκε στην ενδοχώρα, δηλαδή μετά τα γεγονότα στη Μικρασία και στην Αίγυπτο, για πρώτη φορά τα τελευταία χρόνια βιώνουμε μια τέτοια εξάπλωση της ελληνικής γλώσσας σε τόσες χώρες και λαούς. Το γεγονός ότι ένα μεγάλο μέρος των ξένων μας μαθαίνουν τα ελληνικά και συνομιλούν με αυτά μεταξύ τους και με τους άλλους λαούς, ακόμη και εκτός συνόρων είναι ένας απίστευτος πλούτος και μια μεγάλη πολιτιστική κατάκτηση. Είναι κάτι που είχε να συμβεί από τον Μεγάλο Αλέξανδρο και τους επιγόνους του […] Οι μετανάστες που ήρθαν στον τόπο μας, ήρθαν σε αυτόν ως άλλο Ελδοράδο. Σήμερα, είτε μείνουν είτε όχι, βρίσκονται σ΄ ένα κράτος νεόπτωχων. Ας μην το ξεχνάμε αυτό. Όπως τους βοηθήσαμε στην αρχή, έτσι κι αυτοί ενδέχεται να μας συντρέξουν σε αυτή τη φάση. Ας το έχουμε κατά νου κι αυτό”.[Ξεχασμένη Φρουρά]

Αυτή η διάσταση του προσφυγικού/μεταναστευτικού είναι μια υπόσχεση για ένα άλλο μέλλον του νεοελληνικού πολιτισμού. Μπορούμε στη βάση ενός υπαρκτού προβλήματος και σε αντίθεση με τις δυσκολίες που δημιουργεί αυτό, να “ανοίξουμε” μια δυναμική δημιουργική προοπτική, πέρα από φοβίες και αναστολές και να παραμερίσουμε συγχρόνως τις πρόσκαιρες και κοντόθωρες λύσεις απλής διαχείρισης του προβλήματος. Αυτός ο προοπτικισμός μπορεί να ενταχθεί στο ευρύτερο πλαίσιο ενός δυναμικού “συνεργατικού πατριωτισμού”.

Από τις αποφάσεις που θα λάβουμε σήμερα ως λαός θα κριθεί και η πολιτισμική παρουσία της Ελλάδος στον ευρύτερο γεωγραφικό χώρο: αν θα είμαστε μέρος της λύσης ενός προβλήματος ή αν θα γίνουμε και εμείς μέρος του προβλήματος. Εάν δεν ανοίξουμε τα φτερά μας για κάτι που να ξεπερνάει την μικρολογία των αριθμών και τις οικονομικές στατιστικές – αποφεύγω να αναφέρω την ξενοφοβία και τον ρατσισμό, διότι τις θεωρώ ενδείξεις εκπεσμού ενός λαού και τους φορείς τους ανάξιους λόγου – δε θα έχουμε καμία τύχη “μέσα” στην Ευρώπη, “έξω” από την Ευρώπη, “δίπλα” στην Ευρώπη, “μακριά” από την Ευρώπη.

Ο Όμηρος Ταχμαζίδης είναι μέλος του Ε.Γ. της “Σοσιαλιστικής Προοπτικής”

Υ. Γ.: Το άρθρο δημοσιεύτηκε για πρώτη φορά στην εφημερίδα του Σιδηροκάστρου Σερρών «Ψίθυροι της Σιντικής» (φ. Φεβρουαρίου 2016)