Γράφει ο ἀρχιμ.Ἰακωβος Κανάκης

Τά τελευταία χρόνια ὑπάρχει ἀπό μερίδα ἀνθρώπων μιά ἔντονη ἀμφισβήτηση τῶν κειμένων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης σέ τέτοιο σημεῖο πού…  ἐπηρεάζονται καί κάποιοι πιστοί, καί αὐτό κατά την γνώμη μας, γιατί δέν γνωρίζουν καί αὐτοί βασικές διδασκαλίες γι᾽αὐτό τό πρῶτο τμῆμα τῆς Θείας Ἀποκαλύψεως. Μπορεῖ ὅμως νά ὑπάρξει Καινή Διαθήκη- αὐτήν τήν ἀποδέχονται ὅλοι- χωρίς τήν Παλαιά Διαθήκη;

Ἡ ἀπάντηση εἶναι ἁπλή καί σαφής. Δέν μπορεῖ νά ὑπάρξει τό ἕνα μόνο τμῆμα τῆς Βίβλου. Γιά παράδειγμα διαβάζει ὁ ἀναγνώστης τῆς Καινῆς Διαθήκης: «τοῦτο δέ γέγονε ἵνα πληρωθῃ ὁ λόγος τοῦ προφήτου….» (Μτ.1,22). Εὔλογα λοιπόν θά ἀναρωτηθεῖ κάποιος, ποιός εἶναι αὐτός ὁ προφήτης τοῦ ὁποίου ἐκπληρώνεται ὁ λόγος. Ἤ βλέπουμε νά γίνεται χρήση γεγονότων καί λόγων πού εἰπώθηκαν στήν Παλαιά Διαθήκη ἀπό τόν Ἴδιο τό Χριστό. Πῶς δικαιολογεῖται αὐτό; Θά ἰσχυριστεῖ κάποιος ὅτι γίνεται μόνο μιά ἐπιλογή χωρίων ἤ περικοπῶν. Ἐνῶ μπορεῖ ὅμως νά βρίσκει κάποιος αἰτίες γιά νά ἀμφισβητεῖ πολλά πράγματα, νά καταλήγει κάποια στιγμή αἰσίως στό συμπέρασμα ὅτι ἡ πίστη ἔχει νά κάνει συχνά μέ κάτι μή ὁρατό, ἀλλά πραγματικό καί φυσικά ὄχι φανταστικό. Μή ἀποδεικνυόμενο μέσω τῶν μαθηματικῶν ἀλλά μέ τήν ἐφαρμογή πνευματικῶν νόμων. Γεγονότα πού σχετίζονται μέ τόν νοῦ καί ὄχι μέ τήν λογική. Ἔτσι, εἶναι μεγάλη πρόκληση μέ ἐξαιρετικό ἐνδιαφέρον, τό νά ψάχνεις, νά προσεγγίζεις καί νά ἀνακαλύπτεις τό Θεό μέρα μέ τήν μέρα, ἀφοῦ ἤδη ἔχει προηγηθεῖ ἡ δική του Ἀποκάλυψη.

Θά μποροῦσαν νά ἀναφερθοῦν πολλά ἐπιχειρήματα γιά τήν σπουδαιότητα τῶν Κειμένων τῆς Παλαιᾶς Διαθήκης, ἀλλά ὡς σημαντικότερο κρίνουμε κάτι ἄλλο, τήν διευκρίνιση μερικῶν ζητημάτων πού δέν ἀφοροῦν στήν ὕπαρξή της, ἀφοῦ γιά τήν Ἐκκλησία μας αὐτή εἶναι δεδομένη, ἀλλά στό περιεχόμενό της.

Ὑπάρχουν λοιπόν τρία σημαντικά σημεῖα πού τήν ἀφοροῦν: α) Τό καταργούμενο, β) Τό ἐκπληρούμενο καί γ) Τό συμπληρούμενο. Τί σημαίνουν αὐτές οἱ ἔννοιες; Σημαίνουν ὅτι ὑπάρχουν στά βιβλία τῆς Π.Δ. ἀναφορές περί καθάρσεων, θυσιῶν, προσφορῶν κ.ἄ. (κυρίως ἀναφέρονται στό βιβλίο Λευιτικόν), οἱ ὁποῖες καταργοῦνται ἀπό τήν μία μεγάλη καί μοναδική θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὑπάρχει τό τμῆμα πού ἐκπληρώνονται πολλά ἀπό τά αναφερόμενα στούς προφῆτες γιά τήν ἔλευση τοῦ μεσσία καί τά ἔσχατα καί ἀκόμα ὑπάρχει τό μήνυμα τῶν λόγων τοῦ Χριστοῦ καί τῶν Ἀποστόλων πού συμπληρώνουν ἀλήθειες, πού εἰπώθηκαν πολλά χρόνια πρίν τήν Σάρκωσή Του (Μτ.5,39). Αὐτά τά τρία σημεῖα εἶναι ἀναγκαῖο νά γνωρίζουν οἱ χριστιανοί καί εἰδικότερα ὅσοι μελετοῦν τά ἱερά κείμενα τῆς Π.Δ. καί ἐπιθυμοῦν νά ἐκφράζουν λόγο περί αὐτῶν.

Ἐκτός ὅμως αὐτῶν βασική διδασκαλία τῶν Πατέρων τῆς Ἐκκλησίας, ἀλλά καί εἰδικῶν πανεπιστημιακῶν καθηγητῶν, εἶναι ὅτι τό πρόσωπο πού ἔχουν ὡς κέντρο καί οἱ δύο Διαθῆκες εἶναι ὁ Χριστός, ὁ Ὁποῖος παρουσιάζεται ὡς «Μεγάλης βουλῆς ἄγγελος», «Ἐμμανουήλ», «Δοῦλος Κυρίου» κ.ἄ. Οἱ δύο αὐτές Διαθῆκες δορυφοροῦν τό Ἴδιο Πρόσωπο. Ἔτσι, εἶναι σημαντικό νά ἀνακαλύπτεις ὄχι μόνο ἐπιστημονικά, μέσω τῶν θεολογικῶν κλάδων, ἀλλά καί πνευματικά ὅτι ἡ Βίβλος εἶναι τό βιβλίο πού ἀναφέρεται στό δεύτερο πρόσωπο τῆς Ἁγίας Τριάδος, ὅπως ἐπίσης εἶναι τό Ἱερό Κείμενο μέσα ἀπό τό ὁποῖο ὁ Θεός «ἀπαντᾶ» στόν ἄνθρωπο πού Τόν ἀναζητᾶ. Ὅταν ὑπάρχει αὐτή ἡ ἀγαθή διάθεση καί ὁ καρδιακός πόθος ὁ Θεός ἀποκαλύπτεται προσωπικά καί τότε ὁ χριστιανός ζεῖ τήν προσωπική του πεντηκοστή.

Ἀπό τά πολλά σημαντικά καί σπουδαῖα πού ἀναφέρονται στήν Παλαιά Διαθήκη, ἡ ὁποία «ἀνοίγεται» στήν Καινή, θά σταθοῦμε μόνο σέ ἕνα, στό θέμα τῆς ἐλεημοσύνης. Παραθέτω τά δύο κείμενα: «Κόψε καί μοίραζε στό πεινῶντα τόν ἄρτον σου καί πτωχούς, πού δέν ἔχουν στέγη, βάζε τους στό σπίτι σου⋅ ἐάν δεῖς γυμνό, ἔνδυσέ τόν…» (Ἠσ.58,7). « Σᾶς ἀνήκει λοιπόν ἡ κληρονομιά αὐτή⋅ διότι πείνασα καί μού δώσατε νά φάω…ἤμουν γυμνός καί μέ ντύσατε…» (Μτ.25,35-36). Καί μόνο μέ τήν παράθεση αὐτῶν τῶν κειμένων γίνεται σαφές ὅτι ἀφενός ἡ Παλαιά Διαθήκη χρήζει μελέτης καί ἐνδελεχοῦς ἔρευνας καί ἀφετέτου ὅτι καί αὐτή ὅπως καί ἡ Καινή Διαθήκη, κατά τόν Ἱερό Χρυσόστομο, τόν ἴδιο Δεσπότη δορυφοροῦν!