Η ψώρα του ανθρώπου είναι μια συχνή, έντονα κνησμώδης, μεταδοτική δερματοπάθεια και… των δύο φύλων που μπορεί να εντοπίζεται σε κάθε ηλικία. Η νόσος οφείλεται σε ένα παράσιτο που ονομάζεται άκαρι ή σαρκοκόπτης της ψώρας του ανθρώπου (Sarcoptes scabiei var. Hominis).

Η ιστορία της ψώρας είναι πολύ παλιά. Αναφέρεται από τους αρχαίους Κινέζους, Αιγύπτιους, Ινδούς, Έλληνες και Άραβες. Η ονομασία της είναι ελληνική και ο όρος Άκαρι οφείλεται στον Αριστοτέλη. Σήμερα 300 εκατομμύρια νέα περιστατικά ψώρας αναφέρονται κάθε χρόνο σε παγκόσμιο επίπεδο.

Η μετάδοση της ψώρας από το δέρμα του μολυσμένου ανθρώπου στο δέρμα του υγιούς γίνεται πολύ εύκολα με άμεση στενή σωματική επαφή. Αρκεί δύο άτομα να μοιραστούν τη νύχτα, το ίδιο κρεβάτι, ανεξάρτητα με το αν θα υπάρξει σεξουαλική επαφή ή όχι (π.χ. παιδιά που κοιμούνται μαζί, μητέρα με το μικρό παιδί) για να γίνει η μετάδοση . Μάλιστα, όσο πιο στενή και παρατεταμένη είναι αυτή η επαφή, τόσο πιο μεγάλη είναι η πιθανότητα μόλυνσης. Αντίθετα, κατά την στιγμιαία επαφή όπως για παράδειγμα με την χειραψία, είναι εξαιρετικά απίθανη η μετάδοση.

Από την άλλη μεριά, είναι προφανές ότι όσο μεγαλύτερος είναι ο αριθμός των παρασίτων επάνω στο δέρμα, τόσο μεγαλύτερη είναι και η πιθανότητα μετάδοσης της νόσου.

Το ενδεχόμενο μετάδοσης της ψώρας έμμεσα, δηλαδή από κλινοσκεπάσματα και γενικά από είδη ρουχισμού, όπως επίσης από καλύμματα των επίπλων υφίσταται, όμως φαίνεται ότι μια τέτοια περίπτωση είναι σπάνια. Το γεγονός αυτό εξηγείται από το βραχύ χρόνο επιβίωσης του ακάρεος μακριά από το ανθρώπινο σώμα.

Κατά συνέπεια η μετάδοση της ψώρας στα παιδιά γίνεται με τη σωματική επαφή, π.χ. με ομαδικά παιχνίδια, χορούς, κατάκλιση στο ίδιο κρεβάτι. Στους ενήλικες και ιδιαίτερα της αναπαραγωγικής ηλικίας, η μετάδοση γίνεται κατά κανόνα με τη σεξουαλική επαφή.

Το άκαρι της ψώρας έχει θέσεις προτίμησης σε ορισμένες περιοχές του δέρματος και ιδιαίτερα εκεί όπου το δέρμα είναι λεπτό και άτριχο. Αντίθετα, αποφεύγει περιοχές με υψηλή πυκνότητα τριχών όπως είναι το κεφάλι.

Στους πάσχοντες το άκαρι εντοπίζεται και αναζητείται στις πλάγιες επιφάνειες των χειρών και ποδών, στην καμπτική επιφάνεια των καρπών, στην περιομφαλική χώρα, στην πρόσθια επιφάνεια των μασχαλών, στην εκτατική επιφάνεια των αγκώνων , στη γεννητική περιοχή, την κατώτερη κοιλία ή και τους μηρούς. Στον άνδρα εντοπίζεται στο πέος και το όσχεο, ενώ στις γυναίκες, στη θηλαία άλω και γενικά στην περιοχή που καλύπτεται από τον στηθόδεσμο. Το τριχωτό της κεφαλής δεν προσβάλλεται κατά κανόνα από την ψώρα.

Κλινικά, η ψώρα χαρακτηρίζεται από τον έντονο βασανιστκό κνησμό, πιο έντονο τη νύχτα ενώ το εξάνθημα που παρατηρείται είναι αποτέλεσμα της παρουσίας του ακάρεος στην επιδερμίδα και της φλεγμονώδους αντίδρασης του δέρματος στην προσπάθειά του να αποβάλλει το άκαρι. Τα συμπτώματα εμφανίζονται 4-6 εβδομάδες μετά τη μόλυνση. Στο διάστημα αυτό, που ονομάζεται χρόνος επώασης, ο ασθενής είναι ιδιαίτερα μολυσματικός αφού δεν υποψιάζεται τη μόλυνσή του.

Για να θεραπευτεί πλήρως ο ασθενής με ψώρα και για να αποτραπεί μια επιδημία ψώρας, αυτός και το περιβάλλον του θα πρέπει να εφαρμόσουν σχολαστικά μια σειρά από ειδικές θεραπευτικές οδηγίες, οι οποίες θα τεθούν από τον Δερματολόγο. Ο τελευταίος είναι υπεύθυνος για να αποφασίσει τον φαρμακευτικό παράγοντα που θα χρησιμοποιηθεί, αφού λάβει υπόψη του πολλές και διάφορες παραμέτρους, μεταξύ των οποίων, τις επιθυμητές και ανεπιθύμητες ενέργειες του φαρμάκου, την μορφή και έκταση της νόσου και την ηλικία του ασθενούς. Σημαντικό είναι μαζί με τον ασθενή να υποβάλλονται σε θεραπεία και όλα τα μέλη της οικογένειάς του, καθώς και άτομα που μοιράστηκαν το ίδιο κρεβάτι ή είχαν σεξουαλική ή παρατεταμένη σωματική επαφή με τον ασθενή, έως και 40 ημέρες πριν την εμφάνιση του εξανθήματος, ακόμη και αν δεν παρουσιάζουν σημειολογία ψώρας. Δεν χρειάζεται να υποβληθούν σε θεραπεία άτομα που είχαν οποιαδήποτε τυχαία επαφή με τον ασθενή (χειραψία, κοινωνικό εναγκαλισμό).