Του Βασίλη Γεώργα
Ο τραπεζικός κλάδος στην Ελλάδα καταρρέει χρηματιστηριακά για μια ακόμη φορά, αλλά το πιο ανησυχητικό είναι πως δεν αποτελεί πλέον εξαίρεση για τον υπόλοιπο κόσμο. Η ίδια εικόνα …
χρηματιστηριακής “σφαγής” εκτυλίσσεται από τις αρχές του έτους σε όλο και περισσότερες τράπεζες ανά την Ευρώπη και την υφήλιο, με αποτέλεσμα η εγχώρια αβελτηρία να μην φτάνει για να δικαιολογήσει από μόνη της το “κακό”.

Όλες οι ενδείξεις συντείνουν στο συμπέρασμα πως το πρόβλημα το οποίο έχει βαρύτατο αντίκτυπο και στη χρηματιστηριακή αγορά, είναι υπερεθνικό και όχι τοπικό, αν και η ελληνική περίπτωση είναι εκ των πραγμάτων χειρότερη λόγω των capital controls, της μεγάλης εξάρτησης των τραπεζών από τον έκτακτο μηχανισμό χρηματοδότησης ELA (71,5 δισ. ευρώ), των κόκκινων και επισφαλών δανείων (100 δισ. ευρώ) και της ουσιαστικής δυσλειτουργίας του τραπεζικού συστήματος που πέραν όλων των άλλων όπως το υψηλό πολιτικό ρίσκο, έχει να αντιπαλέψει με την ίδια την έλλειψη εμπιστοσύνης των εγχώριων καταθετών και των διεθνών επενδυτών.

Δίπλα στην ασύλληπτα γρήγορη εξαΰλωση των τραπεζικών κεφαλαιοποίησεων στην Ελλάδα που μέσα σε μόλις 25-30 συνεδριάσεις μειώθηκαν σχεδόν στο μισό ή κατά 6,4 δις. ευρώ, θα πρέπει κανείς να αντιπαραβάλει τις αντίστοιχα υψηλές ποσοστιαίες πτώσεις των ιταλικών τραπεζών αλλά και τις βαριές διψήφιες απώλειες που καταγράφουν τα μεγαθήρια της ευρωπαϊκής τραπεζικής βιομηχανίας: Στο ελληνικό χρηματιστήριο ο τραπεζικός δείκτης βρίσκεται 44% κάτω από τις αρχές του έτους, όμως την ίδια περίοδο η Deutsche Bank έχει χάσει το 30% της αξίας της, η βρετανική Barclays το 21%, η ελβετική UBS το 20,5%, η Royal Bank of Scotland το 20%, η Indesa San Paolo το 17% της αξίας της, η HSBC το 15% κ.λ.π. Συνολικά ο δείκτης Eurostoxx Banks των ευρωπαϊκών τραπεζών βρίσκεται 20% χαμηλότερα από τις αρχές του 2015 και σχεδόν 40% χαμηλότερα σε βάθος εξαμήνου, ενώ πλέον αρκετές ευρωπαϊκές τράπεζες πλησιάζουν με ορμή τα χαμηλά του 2009, παρότι τα βασικά χρηματιστήρια βρίσκονται δύο φορές υψηλότερα από εκείνα τα επίπεδα.

Οι άσχημες αυτές επιδόσεις είναι που κάνουν σήμερα πολλούς αναλυτές διεθνώς να θεωρούν πως η ευρωπαϊκή τραπεζική βιομηχανία έχει αρχίσει να χτυπά όχι μόνο καμπανάκι αλλά συναγερμό. Το τεράστιο ιδιωτικό χρέος στην αναπτυγμένη Ευρώπη το οποίο όλοι προτιμούν να κρύβουν κάτω από το χαλί, ο ασύλληπτα υψηλός όγκος των κόκκινων δανείων που έχουν διπλασιαστεί από το 2009 και σήμερα ξεπερνούν το 1 τρισ. ευρώ (σ.σ μόνο στην Ιταλία υπολογίζονται σε 360 δισ. ευρώ μαζί με τα επισφαλή), η έκθεση των ευρωπαϊκών τραπεζών στον πετρελαϊκό κλάδο διεθνώς (σ.σ αναλυτές την εκτιμούν σε πάνω από 100 δισ. ευρώ τα δάνεια μόνο των Γαλλικών τραπεζών στον ενεργειακό κλάδο), η εμπλοκή μεγάλων τραπεζικών ομίλων με την αγορά παραγώγων (π.χ Deutsche Bank), είναι μερικοί από τους λόγους για τους οποίους οι επενδυτές ανησυχούν έντονα για την επόμενη ημέρα στις τράπεζες. Μια επόμενη μέρα που πλέον χαρακτηρίζεται από τον κοινό ευρωπαϊκό πλαίσιο του “bail in” και που πιθανόν θα απαιτήσει ακόμη περισσότερα κεφάλαια προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες νέων επισφαλειών και διαγραφών και να επιτευχθούν ασφαλή επίπεδα κεφαλαιακής επάρκειας. Στις ΗΠΑ η κατάσταση για τις αμερικάνικες τράπεζες είναι ακόμη πιο επισφαλής λόγω της σημαντικής τους έκθεσης σε δάνεια υψηλού ρίσκου προς τον πετρελαϊκό κλάδο, ένα μεγάλο μέρος των οποίων σύμφωνα με έκθεση της Moody’s “δεν πρόκειται να εισπραχθεί ποτέ” με αποτέλεσμα οι τράπεζες να υποστούν αναπόφευκτα πλήγμα.

Οι ίδιοι οι τραπεζίτες κυρίως στην Ευρώπη έχουν άλλον έναν λόγο που θεωρούν πολύ σημαντικό: ότι είναι αναγκασμένοι να δουλεύουν πλέον σε ένα περιβάλλον πολύ χαμηλών έως αρνητικών επιτοκίων που ενώ δεν αποφέρει έσοδα από την χορήγηση νέων δανείων, παράλληλα στερεί εύκολα κέρδη από την επενδυτική τραπεζική. Τα αρνητικά αποτελέσματα έτους που ανακοίνωσαν μεγάλες ευρωπαϊκές τράπεζες τις τελευταίες εβδομάδες έχουν ανεβάσει κατακόρυφα τις ανησυχίες: η Credit Suisse υποχρεώθηκε να πάρει ζημιές 4,9 δισ. ελβετικών φράγκων στο τέταρτο τρίμηνο του 2015 ενώ και η Deutsche Bank ανακοίνωσε ότι οδεύει για την πρώτη ζημιογόνο οικονομική χρήση μετά την κρίση του 2008 με ζημιές 6,7 δισ. ευρώ.

Η πτώση των τραπεζικών μετοχών στην Ευρώπη το 2016

Η ελληνική περίπτωση

Τι σημαίνουν όλα τα παραπάνω για τις ελληνικές τράπεζες; Αν κρίνει κανείς από την “επίσκεψη ανησυχίας” των ξένων μετόχων τους στην Ελλάδα την περασμένη εβδομάδα και την μεγάλη πίεση που άρχισε να εκδηλώνεται αμέσως μετά στις μετοχές των συστημικών τραπεζών, το συμπέρασμα είναι πως τα πράγματα γίνονται ακόμη πιο δύσκολα καθώς μαζί με το εσωτερικό περιβάλλον επιδεινώνεται και το διεθνές.

Το θετικό είναι πως η συγκυρία αυτή βρίσκει τον κλάδο κεφαλαιακά ενδυναμωμένο μετά τις τελευταίες αυξήσεις κεφαλαίου κατά περίπου 14 δισ. ευρώ, και τις τράπεζες και την κυβέρνηση πρόθυμες διαχειριστούν πλέον ενεργητικά το πρόβλημα των κόκκινων δανείων, χωρίς αυτό να σημαίνει όμως ότι θα καταφέρουν να το πράξουν και αποδοτικά. Το αρνητικό είναι πως η οικονομία παρά τις αντοχές που επέδειξε το 2015, βρίσκεται σε κώμα τους πρώτους μήνες του 2016 και ενώ προσδοκία όλων είναι πως η επιτυχής αξιολόγηση του μνημονίου θα ανοίξει το δρόμο για απεγκλωβισμό από την καραντίνα της χρηματοδότησης και σταδιακή επιστροφή στην ανάπτυξη, αυτή τη στιγμή τίποτα δεν προοιωνίζεται ότι όντως τα πράγματα θα εξελιχθούν κατ’ αυτό τον τρόπο.

Αντίθετα η πρόοδος που έχει γίνει στις διαπραγματεύσεις της κυβέρνησης με τους δανειστές και την ίδια την κοινωνία είναι ελάχιστη τους τελευταίους μήνες με αποτέλεσμα το ρίσκο για τη χώρα, την οικονομία, την πολιτική σταθεροποίηση και τελικά τους ίδιους τους επενδυτές να παραμένει σε επίπεδα που δεν επιτρέπουν μεγάλη αισιοδοξία. Αυτά τα ρίσκα είναι που σύμφωνα με αναλυτές οδηγούν σε πτωτική υπερβολή και μεγάλη στρέβλωση τις αποτιμήσεις των τραπεζών μόλις λίγες εβδομάδες μετά την ανακεφαλαιοποίησή τους. Συγκριτικά με τις τράπεζες της υπόλοιπης Ευρώπης, οι ελληνικές αποτιμούνται με discount που φτάνει το 70%, μόλις στο 20-25% της ενσώματης λογιστικής αξίας τους όταν ο μέσος όρος στις αναπτυγμένες αγορές είναι στο 0,8x και στις αναδυόμενες στο 0,7x.

Όπως επισημαίνει ο αναλυτής της BETA Securities Μάνος Χατζηδάκης, “το µέγεθος της υπερβολής φαίνεται και από τις πρόσφατες ανακοινώσεις των πωλούμενων συµµετοχών: Η Εθνική Τράπεζα συμφώνησε τίµηµα πώλησης 2,6 δις ευρώ για την Finansbank και η κεφαλαιοποίηση της έχει υποχωρήσει στο 1,8 δισ. ευρώ. Η τεκμαρτή τιµή που προκύπτει για το κόστος του µετοχικού κεφαλαίου των τραπεζών σε αυτές τις τιµές είναι 22% µέγεθος το οποίο συναντάται σε χώρες µε υπερπληθωρισµό ή σε διαπιστωμένη μακροχρόνια χρεοκοπία. Ο παράγοντας φόβος είναι η αιτία που οδηγεί τις τιµές των τραπεζών στην αγορά και ακολούθως φτιάχνει κλίµα σε µικρότερο ή µεγαλύτερο βαθµό και για τις υπόλοιπες µετοχές. Μπορεί η έννοια της “ευκαιρίας” να έχει χάσει την ισχύ της από την συνεχή, γρήγορη και έντονη υποτιµητική κίνηση ωστόσο από αυτό το ξεπούληµα είναι πολύ δύσκολο να διακρίνει κανείς ποιο είναι το ακραίο πολιτικό ή οικονοµικό σενάριο που προεξοφλείται. Ακόµα και το ενδεχόµενο µιας –ακόµη- πρόωρης προσφυγής στις κάλπες µπορεί να υποτεθεί ότι έχει πλέον αποτιµηθεί σε αυτές τις τιµές”.

Οι αποδόσεις και οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών