Το Πτωχοκομείο Πατρών «Ο Απόστολος Ανδρέας», συστάθηκε το έτος 1876, κληροδότημα του αειμνήστου Αρχιεπισκόπου…
Πατρών και Ήλιδος Κυρίλλου Χαιρωνίδου.

Όπως σημειώνει και στο βιβλίο του «Ιστορία του Κωνσταντινοπουλείου οίκου Ευγηρίας», ο Ν.Ι. Λυμπέρης, το πτωχοκομείο «βρέθηκε στη μέση μια καταπράσινης έκτασης και με τον εξοπλισμό του και τους χώρους που διέθετε όχι μόνο άλλαξε τη ζωή των τροφίμων αλλά με τη μεγαλοπρέπειά του αποτέλεσε και ένα κόσμημα για την Πάτρα που λάμπρυνε τη δυτική είσοδό της».

Στα 1967 ήταν δυναμικότητας 100 κλινών. Εκείνη την εποχή έχουν ξεκινήσει και οι εργασίες θεμελίωσης του ιερού ναού του Αγίου Κυρίλλου, σε σχέδιο του αρχιτέκτονα Αιμίλιου Σκέπερς.

«Πήγα στο Πτωχοκομείο με κάποιο δέος. Γιατί ήξερα πως σ’ αυτό το παληό, μα αρχοντικό κτίριο δεν θα συναντούσα νέους γεμάτους δύναμι και ζωή αλλά γρηές και γέροντες με ρυτιδωμένα πρόσωπα και τρεμάμενα χέρια, ηρωικούς ξωμάχους της ζωής που μη έχοντας στήριγμα και επαρκείς οικονομικούς πόρους, περνούν εκεί ήρεμα και απλά το δειλινό του βίου τους», σημειώνει στο ρεπορτάζ του στην «Ημέρα» ο Νίκος Στεφανόπουλος και προσθέτει: «Το Πτωχοκομείο είναι το Ίδρυμα των αντιθέσεων. Εκεί συναντάς αριστοκρατικές γρηούλες με κρινένια δάκτυλα και εργατικά γεροντάκια με αποτυπωμένα στα πρόσωπα και στα χέρια τους τα ίχνη της σκληρής βιοπάλης που εκύρτωσε τους ώμους των».

Συνέχισε να εξυπηρετεί τις ανάγκες μέχρι τον Μάιο του 1989, οπότε έγινε η μεταφορά στο Κωνσταντοπούλειο Ευγηρείο.

Την εποχή εκείνη το Πτωχοκομείο διοικείται από πενταμελή επιτροπή. Το προσωπικό αποτελείται από τη διευθύντρια δίδα Μιμίκα Παλούμπη –για μια δεκαετία ήδη προσπαθούσε να καλυτερεύσει τις συνθήκες διαβίωσης των γηραιών τροφίμων–, τη γραμματέα Τασία Μαράτου, την προϊσταμένη Κούλα Σπυροπούλου, αλλά και ένα μάγειρα και πέντε καθαρίστριες.


Μια γριούλα από το Παρίσι…

Καθισμένη αναπαυτικά κοντά στο τραπέζι μια γριούλα με πυκνά και κοντά λευκά μαλλιά έτρωγε ήσυχα-ήσυχα το μεσημβρινό φαγητό της. «Καρφωμένη μπροστά της με… μανταλάκια μια μεγάλη πετσέτα σού γεννούσε αμέσως το ερώτημα: “Γιατί άρα γε;”», παρατηρεί ο ρεπόρτερ.

– Είναι εντελώς τυφλή, εξηγεί η δίδα Παλούμπη και στη συνέχεια αναφέρει στη γριούλα το σκοπό της επίσκεψης. Εκείνη δεν έδειξε έκπληξη. Αντιθέτως, άρχισε να εξιστορεί για τα χρόνια τα παλιά, για τη διαμονή της στο Παρίσι, στο Τορίνο και στη Στουτγάρδη.

-Στο Παρίσι, άρχισε να λέει, εργαζόμουν από το 1918 έως το 1932 ως οικονόμος εις το αρχοντικό του Βουρλούμη. Είμαι καθηγήτρια γαλλικής και εμάθαινα τα παιδιά γαλλικά. Αργότερα, πολύ αργότερα διωρίσθηκα διευθύντρια στο Αμαλίειον Ορφανοτροφείον Αθηνών. Έχω αφιερώσει όλη μου τη ζωή στα παιδιά. Γι’ αυτό δεν παντρεύτηκα. Για να υπηρετώ.

– Πόσο χρονών είσαι γιαγιά, τη ρωτούν.

– Μου φαίνεται πως είμαι 85 περίπου. Δεν θυμούμαι ακριβώς, γιατί δν ξέρω ποιον χρόνο ακριβώς γεννήθηκα.

– Πώς σε λένε;

– Μαριγώ Λαζανά, βιάζεται ν’ απαντήσει η διευθύντρια.

– Όχι Μαριγώ, Μαρία με λένε, διορθώνει η γριούλα. Μη με λέτε Μαριγώ.

Και συνεχίζει να διηγείται την επίσκεψή της στο Τορίνο και για κάποια συναυλία με μουσική Βάγκνερ στη Γερμανία.

– Δεν θα μπορέσετε να νοιώσετε τι θα πη μουσική αρμονία, αν δεν ζήσετε αυτό που ένοιωσα στο θέατρο της Στουτγάρδης, είπε. Εξήντα βιολιά ν’ ακούονται σαν ένα βιολί!

Και ξαφνικά σταμάτησε. Τα ορθάνοικτα μάτια της στυλώθηκαν κάπου ακίνητα.«Ασφαλώς προσπαθούσε να θυμηθή μέσα στα τόσα χρόνια που πέρασαν τη μουσική του Βάκνερ με τα βιολιά της», σημειώνει ο Στεφανόπουλος…


Ένας νάνος στο Πτωχοκομείο

Σ’ ένα διπλανό δωμάτιο βρήκαν ένα νάνο, καθώς κοιμόταν. Τ’ όνομά του: Δημήτριος Μελάς. Σημειώνει: «Όλοι όμως τον λένε ο Μήτσος ο νάνος. Είναι 75 περίπου χρονών και ζη εκεί κατάκοιτος πλέον τις τελευταίες ημέρες του. Η ζωή του έχει συνδεθή τα τελευταία χρόνια με την ζωή του Ιδρύματος, αφού πριν δύο-τρία χρόνια, όταν δηλαδή ήταν τελείως υγιής, ήταν το επίκεντρο γενικού… ενδιαφέροντος προσωπικού και τροφίμων του Πτωχοκομείου. Γιατί ποιος τάχα δεν θυμάται τον… ακοίμητο φύλακα ή τον… πάντα δραστήριο κηπουρό του Ιδρύματος».

Δεν έχει κανένα συγγενή στην Πάτρα. Κατάγεται από τη Λευκάδα και βρίσκεται στο Πτωχοκομείο από το 1953. Το 1964 πήγε για λίγες ημέρες στην πατρίδα του, όπου ασχολήθηκε «ως φαίνεται περισσότερον του δέοντος με το χόμπυ του, το κρασί». Αποτέλεσμα ήταν να πέσει στο έδαφος, να υποστεί εγκεφαλική διάσειση, γεγονός που είχε ως συνέπεια να παθαίνει διαλείψεις της μνήμης.

«Γι’ αυτό όταν ξύπνησε και μας είδε, δεν έκανε καμία κίνησι. Μας κύτταξε για λίγο περίεργα και ξανακοιμήθηκε»…


Η Κούλα η Πλανιδού

Όλοι θυμούνταν τη γνωστή Κούλα την Πλανιδού να περιφέρεται στους δρόμους της πόλης πουλώντας πλανίδια από ξύλο. Την συναντούν να κάθεται σ’ ένα από τα παγκάκια στο προαύλιο του Πτωχοκομείου. Είναι γεμάτοι με ψεύτικα βραχιόλια, δαχτυλίδια και κολιέ, για να μη την βασκάνουν, όπως λέει η ίδια. Εκείνο που προκαλεί ιδιαίτερη εντύπωση είναι το ντύσιμό της: Φορούσε τα ίδια παλιά ρούχα που χρησιμοποιούσε και πριν εισαχθεί στο ίδρυμα.

– Αυτά δεν τα αποχωρίζεται ποτέ, λέει η διευθύντρια. Όταν κάποτε επιχειρήσαμε να της φορέσουμε καινούργια ρούχα, κόντεψε να πεθάνη! Είναι όμως πολύ καθαρή. Κάνει μπάνιο και λούζεται κάθε μέρα.

– Πώς τα περνάς εδώ, την ρωτούν.

– Καλά, πολύ καλά, απαντά.

– Θέλεις να φύγεις από εδώ;

– Όχι, όχι, καλά είμαι δω.

– Πόσο χρονών είσαι;

– Πενήντα.

– Αλήθεια, γιατί φοράς αυτές τις χάντρες στο λαιμό;

– Για να μη με ματιάζουνε!

Χαμηλώνει το κεφάλι και ξεσπά σ’ ένα δυνατό γέλιο.
Ο Αντώνης Φουτούχος

Μπαίνοντας σ’ ένα μεγάλο θάλαμο συναντούν των Αντώνη Φουτούχο ξαπλωμένο σ’ε ένα κρεβάτι. Είναι πασίγνωστος εφημεριδοπώλης και λαχειοπώλης. Επί πενήντα χρόνια διαλαλούσε τον τοπικό Τύπο από το Στάδιο έως την Εγλυκάδα.

-Είσαι καλά, Αντώνη, τον ρωτούν.

– Υποφέρω από τα πόδια μου. Από τα 1950 που αρρώστησα, δεν μπορώ να δω άσπρη μέρα.

– Σ’ αρέσει εδώ; Ή μήπως προτιμάς την προηγούμενη «ελεύθερη» ζωή σου;

– Όχι, όχι. Καλά είμαι εδώ. Είμαι πολύ ευχαριστημένος.

Τα μάτια του χαμογελούν καθώς κοιτάζουν. Είναι χαρούμενος, αισιόδοξος, κεφάτος…

Σήμερα το Πτωχοκομείον ξεκινά σαν συναυλιακός χώρος έχοντας χάσει την “παλιά ανθρώπινη ομορφιά του”!

Κι όμως είναι ένας χώρος που κλείνει μέσα του την «άλλη» ζώσα ιστορία της πόλης!

Πηγές:
«Ιστορία του Κωνσταντινοπουλείου οίκου Ευγηρίας»
Εφημερίδα Ημέρα
Plusmag.gr