Ένας ακόμα καρκίνος, αυτός του πεπτικού συστήματος, είναι δυνατό να… ελεγχθεί για πιθανές γενετικές μεταλλάξεις όπως ανέφεραν οι επιστήμονες στη Διημερίδα που έγινε με θέμα «Νεότερα Δεδομένα στα Νεοπλάσματα του Πεπτικού Συστήματος».

Σύμφωνα με τον Παθολόγο – Ογκολόγο, Επίκουρο Καθηγητή της Ιατρικής Σχολής του ΕΚΠΑ και Πρόεδρο του Ινστιτούτου Μοριακής Ιατρικής και Βιοϊατρικής Έρευνας (ΙΜΒΕ), Μιχάλη Καραμούζη τα μοριακά τεστ νέας γενιάς, τα οποία γίνονται και σε δημόσια νοσοκομεία όπως είναι το Παθολογοανατομικό Εργαστήριο της Ιατρικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών, μπορούν να δείξουν τις πιθανότητες να είναι κάποιος καρκίνος του πεπτικού κληρονομούμενος.

Όπως είπε, για τους κληρονομούμενους καρκίνους χρησιμοποιούνται τεχνολογίες, που επιτρέπουν στους επιστήμονες να ελέγξουν πολλά γονίδια τα οποία σχετίζονται με κληρονομικότητα στο πεπτικό σύστημα.

Τα μοριακά τεστ γίνονται πάνω στον όγκο και σύμφωνα με τους ειδικούς μπορούν να δουν αν υπάρχει κληρονομικότητα. Τα τεστ αυτά γίνονται και σε υγιείς συγγενείς ασθενών, για τη διερεύνηση τυχόν προδιάθεσης.

Όπως γίνεται ο έλεγχος των γονιδίων BRCA1 και BRCA2 για τον καρκίνο του μαστού, έτσι γίνεται και για τα νεοπλάσματα του πεπτικού συστήματος.

Όπως ανέφερε ο κ. Καραμούζης στους καρκίνους του πεπτικού εντάσσονται ο καρκίνος του οισοφάγου, του στομάχου, του ήπατος, του παγκρέατος και του παχέος εντέρου.

Πρόκειται για κακοήθειες που εμφανίζονται συνήθως μετά την ηλικία των 60 ετών και ο προληπτικός έλεγχος είναι υψίστης σημασίας καθώς σώζει ζωές.

Όλες οι νέες μελέτες έδειξαν ότι τόσο η υγιεινή διατροφή όσο και η άθληση αυξάνουν σημαντικά τις γονιδιακές αντιστάσεις και μαζί με την εξέταση της κολονοσκόπησης και τη γαστροσκόπηση εντάσσονται στη σωστή πρόληψη.

Όπως επεσήμανε, παλαιότερα δεν υπήρχαν δεδομένα για τα νεοπλάσματα του πεπτικού, όμως σήμερα οι επιστήμονες έχουν στα χέρια τους πολύ σημαντικά «όπλα» και μπορούν να επιτύχουν τη μέγιστη επιβίωση έως και 3-4 χρόνια επιπλέον στους ασθενείς με μεταστατική νόσο, ενώ τα ποσοστά ίασης σε ασθενείς που διαγιγνώσκονται στο αρχικό στάδιο κυμαίνονται μεταξύ 60% και 70%.