«Εγκληματική» χαρακτηρίζει ο Γιώργος Παπανδρέου κάθε συζήτηση περί Grexit, απαντώντας στον γερμανό υπουργό Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, με αφορμή την πρόσφατη δήλωσή του ότι «η Ελλάδα δε μπορεί να ανακάμψει εντός…

 

ευρώ».

«Στο παρελθόν η στάση αυτή “κανιβάλισε” τις προσπάθειες της ελληνικής κυβέρνησης», τονίζει σε ανακοίνωσή του ο πρώην πρωθυπουργός και εξηγεί ποιος ήταν ο στόχος του δημοψηφίσματος που είχε προτείνει το 2011.

«Αυτονόητη», λέει, «είναι η ευθύνη του κ. Σόιμπλε, όπως και ενός μέρους των ηγετών της ΕΕ, οι οποίοι δεν έπραξαν το 2010, πριν η Ελλάδα χρειαστεί να καταφύγει σε αναγκαστικό δανεισμό και να μπει σε πρόγραμμα προσαρμογής, ό,τι είχαν πράξει, ένα χρόνο νωρίτερα, ο τότε Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος στήριξε πολιτικά, δημοσίως με παρέμβασή του, τη χώρα μας και άλλες χώρες της περιφέρειας της ΕΕ καθώς ανέβαιναν τα επιτόκια δανεισμού εκείνη την περίοδο, αλλά και δύο χρόνια αργότερα, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος στήριξε εμπράκτως χώρες του ευρωπαϊκού νότου, σε μια δύσκολη για αυτές περίοδο».

Παράλληλα, εξαπολύει επίθεση στον Βόλφγκανγκ Σόιμπλε, λέγοντας χαρακτηριστικά: «Σήμερα, δεν μπορεί να ταλαιπωρηθεί ξανά η Ελλάδα και ο Ελληνικός λαός με φημολογίες. Αυτές θα εκμηδενίσουν κάθε προσπάθεια προσαρμογής μας και η ευθύνη θα ανήκει ακέραιη στον ίδιο τον κ. Σόιμπλε.»

Διαβάστε αναλυτικά την ανακοίνωση του Γιώργου Παπανδρέου:

Η εγκληματική για τη χώρα αμφισβήτηση της συμμετοχής μας στο ΕΥΡΩ, επανήλθε στην επικαιρότητα με κάποιες αναφορές του Γερμανού Υπουργού Οικονομικών, Βόλφγκανγκ Σόιμπλε.

Τη φημολογία και τη συζήτηση αυτή, είχε ο ίδιος ανοίξει το 2010, όταν τότε, πρότεινε δημοσίως την αλλαγή των Συνθηκών της ΕΕ για να μπορούν να αποβάλονται χώρες που παραβαίνουν τους κανόνες του Μάαστριχτ. Με εκείνες τις αναφορές, φωτογράφιζε την Ελλάδα.

Και αυτό, παρότι την ίδια ώρα η πλειοψηφία του Ελληνικού Κοινοβουλίου είχε ψηφίσει το πιο ισχυρό και δύσκολο πρόγραμμα προσαρμογής – στις 5 Μαρτίου 2010.

Αντί να στηριχθεί η προσπάθεια της τότε κυβέρνησης και του Ελληνικού λαού, η Γερμανική κυβέρνηση με τις δηλώσεις Σόιμπλε εξέθρεψε φόβους και αμφιβολίες στις αγορές ομολόγων για την πορεία της ελληνικής οικονομικής προσπάθειας. Αυτές οδήγησαν νομοτελειακά την Ελλάδα να αναζητήσει αναγκαστικό δανεισμό από το νέο μηχανισμό στήριξης.

Η συνεχής και δημόσια αμφισβήτηση της συμμετοχής της Ελλάδας στη ζώνη του ΕΥΡΩ από τον κ. Σόιμπλε αλλά και από αρκετούς παράγοντες στην ΕΕ, έκανε τεράστια ζημιά στην προσπάθεια της χώρας και του Ελληνικού λαού να ξεπεράσουν την κρίση.

Είναι αυτονόητο ότι, η δημόσια αμφιβολία για τη συμμετοχή της Ελλάδας στην Ευρωζώνη, συνέβαλε καθοριστικά στην παύση του δανεισμού από τις τράπεζες, στη δραματική μείωση και απόσυρση καταθέσεων, την έλλειψη ελληνικών και ξένων επενδύσεων και τη φυγή κεφαλαίων σε άλλες ευρωπαϊκές τράπεζες.

Πολύ απλά, αυτή η αμφιβολία «κανιβάλισε» τις προσπάθειες της Ελληνικής κυβέρνησης και τις θυσίες του Ελληνικού λαού.

Ακόμα και το 2011, όταν κατατέθηκε η πρόταση για δημοψήφισμα, για το νέο πρόγραμμα προσαρμογής του 2011, στόχος ήταν παράλληλα να δοθεί τέλος στην αέναη φημολογία για Grexit.

Aυτονόητη είναι η ευθύνη του κ. Σόιμπλε, όπως και ενός μέρους των ηγετών της ΕΕ, οι οποίοι δεν έπραξαν το 2010, πριν η Ελλάδα χρειαστεί να καταφύγει σε αναγκαστικό δανεισμό και να μπει σε πρόγραμμα προσαρμογής, ό,τι είχαν πράξει, ένα χρόνο νωρίτερα, ο τότε Υπουργός Οικονομικών της Γερμανίας, Πέερ Στάινμπρουκ, ο οποίος στήριξε πολιτικά, δημοσίως με παρέμβασή του, τη χώρα μας και άλλες χώρες της περιφέρειας της ΕΕ καθώς ανέβαιναν τα επιτόκια δανεισμού εκείνη την περίοδο, αλλά και δύο χρόνια αργότερα, ο Πρόεδρος της ΕΚΤ, Μάριο Ντράγκι, ο οποίος στήριξε εμπράκτως χώρες του ευρωπαϊκού νότου, σε μια δύσκολη για αυτές περίοδο.

Αν τότε, το 2010, αυτά είχαν πράξει και ο κ. Σόιμπλε και κάποιοι εκ των Ευρωπαίων ηγετών, η Ελλάδα θα είχε αποφύγει πολλά από τα δεινά που ακολούθησαν και η Ευρώπη θα βρισκόταν σε καλύτερη θέση.

Σήμερα, δεν μπορεί να ταλαιπωρηθεί ξανά η Ελλάδα και ο Ελληνικός λαός με φημολογίες. Αυτές θα εκμηδενίσουν κάθε προσπάθεια προσαρμογής μας και η ευθύνη θα ανήκει ακέραιη στον ίδιο τον κ. Σόιμπλε.

Η Ελληνική κυβέρνηση, της οποίας είχα την τιμή να ηγούμαι, καθόλη τη διάρκεια της πρώτης περιόδου της κρίσης, μέχρι και τα τέλη του 2011, έπραξε το εθνικό της καθήκον.

Αναλαμβάνοντας ευθύνες που δεν της αναλογούσαν και διαχειριζόμενη μια πρωτόγνωρη κρίση σε αχαρτογράφητα ύδατα, πέτυχε να κρατήσει την Ελλάδα στο Ευρώ, παρά τις επιδιώξεις κάποιων να εκδιωχθεί προς παραδειγματισμό των υπολοίπων χωρών, εκφράζοντας και κάνοντας πράξη τη βούληση της συντριπτικής πλειοψηφίας του Ελληνικού λαού και των πολιτικών δυνάμεων της χώρας.

Προσθέτως, με τις επιλογές της και την πολιτική που ακολούθησε, πέτυχε σε μικρό χρονικό διάστημα να φέρει σε πέρας το μεγαλύτερο μέρος της δημοσιονομικής προσαρμογής, περίπου το 90%, με κόστος για τους πολίτες, απείρως μικρότερο εκείνου που καλούνται ακόμη και σήμερα να πληρώσουν για το υπόλοιπο 10% και χωρίς αυτό να έχει ακόμη επιτευχθεί, ενώ κατάφερε να διαγράψει ένα μεγάλο μέρος του χρέους, το μεγαλύτερο που έγινε ποτέ για χώρα και να απαλλάξει τους Έλληνες από ένα τεράστιο βάρος.

Παράλληλα δε, προώθησε μεγάλες μεταρρυθμίσεις και σημαντικές αλλαγές, πέραν των προβλέψεων του μνημονίου, τα ευεργετικά αποτελέσματα των οποίων συνέβαλαν καθοριστικά στον περιορισμό των οικονομικών βαρών που θα είχαν κληθεί να καταβάλουν οι πολίτες, πέραν του ότι, αυτές επέδρασαν θετικά στην αντιμετώπιση των παθογενειών του πελατειακού συστήματος, που συνεχίζει να ταλανίζει τη χώρα και τους Έλληνες.

Ευθύνη έχουν βέβαια οι δυνάμεις της αντιπολίτευσης που πολέμησαν κάθε αλλαγή και έταξαν ψεύτικους παραδείσους αντί να συμβάλουν ουσιαστικά στην εθνική προσπάθεια αντιμετώπισης της κρίσης.

Τελικά, οι επιλογές μας επιβεβαιώθηκαν με καθυστέρηση και κόστος για τον Ελληνικό λαό από τις κυβερνήσεις που ακολούθησαν.

Είναι απαραίτητο να κατανοήσει η Γερμανική κυβέρνηση την ανάγκη στήριξης κάθε προσπάθειας του Ελληνικού λαού να ξεπεράσει με τον πιο ομαλό τρόπο τη συνεχιζόμενη κρίση.

Και είναι μεγάλη η ευθύνη όλων των πολιτικών δυνάμεων του τόπου, να συζητήσουν, να αποφασίσουν και να προωθήσουν προδευτικές μεταρυθμίσεις με ωριμότητα για το κοινό μας μέλλον, με σχέδιο, όραμα, ρεαλισμό και αξιοπιστία.

Αυτή είναι η δική μας ευθύνη.

Σήμερα, απαιτούνται γενναίες αποφάσεις για να αφήσουμε πίσω την κρίση και τα αδιέξοδα στα οποία αυτή μας οδηγεί.

Είναι όμως και μεγάλη η ευθύνη των εταίρων μας να σταματήσουν τις φημολογίες και την υπονόμευση της προσπάθειας των Ελλήνων, ώστε να δημιουργήσουν τις καλύτερες δυνατές συνθήκες προκειμένου η Ελλάδα να μπορεί να ξαναβγεί στις αγορές, να κάνει τις προσαρμογές και να συνεχίσει τις μεγάλες και απαραίτητες μεταρρυθμίσεις για ένα κράτος διαφάνειας, αποτελεσματικότητας, δικαιοσύνης, που θα στηρίζει την ανάπτυξη, την καινοτομία, τη δημιουργικότητα και την πρωτοβουλία της Ελληνικής κοινωνίας.