Θα μας πείτε τι μπορεί να αλλάξει, όταν είσαι μόνιμος κάτοικος μεγαλούπολης και…
πρέπει να ζεις και κυκλοφορείς καθημερινά, ωστόσο, νέα έρευνα υπογραμμίζει ότι η «πόλη βλάπτει σοβαρά το μυαλό»

Θόρυβος, κυκλοφορία, σκουπίδια, άνθρωποι βιαστικοί. Η ζωή στις μεγαλουπόλεις είναι άμεσα συνδεδεμένη με το άγχος. Πριν από 60 χρόνια ζούσε μόλις το ένα τρίτο του πληθυσμού στις πόλεις. Σήμερα, περισσότεροι από το 50%. Μέχρι το 2050, υπολογίζουν οι ειδικοί ότι θα αυξηθεί το ποσοστό στο 70%.

Όπως αναφέρει το iatronet.gr το 2003 Βρετανοί ψυχίατροι δημοσίευσαν μια έρευνα για την ψυχική κατάσταση των κατοίκων της συνοικίας Κάμπεργουελ του Λονδίνου. Η συγκεκριμένη περιοχή γνώρισε μεγάλη οικονομική άνθηση από τα μέσα της δεκαετίας του ’60 και μετά. Μεταξύ του 1965 και του 1997 σχεδόν διπλασιάστηκε ο αριθμός των ασθενών με σχιζοφρένεια, χωρίς ωστόσο να αυξηθεί σημαντικά ο πληθυσμός.

Ερευνητικές ομάδες στην Γερμανία συνέκριναν την αντίδραση του εγκεφάλου ανθρώπων που μεγάλωσαν σε πόλεις με αυτήν των ανθρώπων που μετακόμισαν στις πόλεις ως ενήλικες. Υπό συνθήκες στρες λοιπόν, το τμήμα του εγκεφάλου που αντιδρά όταν αντιλαμβανόμαστε κάτι ως απειλή και μπορεί μάλιστα να προκαλέσει βίαιες αντιδράσεις, παρουσίαζε έντονη δραστηριότητα στους ανθρώπους που μεγάλωσαν στην πόλη. Επιπλέον, η δραστηριότητα του εγκεφάλου των συγκεκριμένων ατόμων παρουσίασε κοινά σημεία με αυτή των ανθρώπων που είναι επιρρεπείς στη σχιζοφρένεια.

Η πόλη βλάπτει σοβαρά το μυαλό, ήταν το βασικό συμπέρασμα επιστημονικής μελέτης που διεξήγαγε το Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν καθώς οι περιβαλλοντικοί ρύποι, η έλλειψη πρασίνου και οξυγόνου και η έλλειψη ανοιχτών γραμμών και επιφανειών δημιουργούν συνθήκες στρες στον εγκέφαλο. Σύμφωνα με την έρευνα του αμερικανικού πανεπιστημίου, μια βόλτα στη φύση μπορεί να βελτιώσει την απόδοση της ανθρώπινης μνήμης κατά 20%, πράγμα το οποίο δεν συμβαίνει σε μια βόλτα στην πόλη η οποία απαιτεί, όπως υποστηρίζουν οι ερευνητές, διαρκή εγρήγορση και προσοχή. Το μυαλό, τονίζουν, είναι μια μηχανή που προσπαθεί να ανιχνεύσει πιθανές απειλές και το αστικό περιβάλλον αναγκάζει τον άνθρωπο να το χρησιμοποιεί διαρκώς για αυτόν τον λόγο. Το στρες, τα προβλήματα συγκοινωνίας, οι στενοί και άσχημοι χώροι, η δυσκολία ανεύρεσης ελεύθερου χρόνου, αλλά και τρόπου εύκολης πρόσβασης σε φίλους δημιουργούν αρνητική διάθεση η οποία μπορεί να καταλήξει σε δυσθυμία, δηλαδή χρόνια ελαφριά κατάθλιψη.

Αλλά δεν είναι μόνο το στρες των μεγαλουπόλεων. Η ατμοσφαιρική ρύπανση, η ηχορύπανση, ακόμα και οι επιπτώσεις της κλιματικής αλλαγής είναι απειλές που δεν μπορεί να αγνοήσει κανείς. Για παράδειγμα, οι καύσωνες που αναμένονται τα επόμενα χρόνια σε συνδυασμό με τη μεγαλύτερη διάρκειά τους, αναμένεται να μεταβάλουν τους δείκτες υγείας- ιδιαίτερα σε μεγαλουπόλεις της Μεσογείου, όπως είναι η Αθήνα και η Ρώμη.

Η συχνότητα εμφάνισης καύσωνα ενδέχεται να αυξηθεί από δύο ημέρες που ήταν τις θερινές περιόδους 1961-1990, σε περίπου 13 ημέρες από το 2021 έως το 2050 και στις 40 ημέρες για την περίοδο 2071-2100. Οι πόλεις μπορεί να λειτουργήσουν ως «νησίδες θερμότητας», δηλαδή ως περιοχές θερμότερες από την περιβάλλουσα εξοχή τους.

Ένας επιπλέον κίνδυνος είναι η ατμοσφαιρική ρύπανση, καθώς τα μικροσκοπικά αιωρούμενα σωματίδια μπορεί να εισχωρήσουν βαθιά μέσα στους πνεύμονες, προκαλώντας σοβαρά αναπνευστικά προβλήματα, ενώ προκαλούν και φλεγμονή που μπορεί να οδηγήσει στο έμφραγμα και στο εγκεφαλικό. Επιπλέον, η ατμοσφαιρική ρύπανση αυξάνει τον κίνδυνο εκδήλωσης καρκίνου, κυρίως στους πνεύμονες.