Η Μάνια παίζει με το κινητό και ο Μάνος στο διπλανό παγκάκι προσπαθεί… να την εντυπωσιάσει. Ανεπιτυχώς στην αρχή, μέχρι που κάτι έξυπνο της τραβάει την προσοχή. Η Μάνια και ο Μάνος γνωρίστηκαν στο ίντερνετ, ξεκίνησαν να βγαίνουν και πολύ γρήγορα ήρθαν μπροστά σε ένα μεγάλο δίλημμα. Από αυτά που ο χρόνος ξεκινάει να μετράει αντίστροφα και οι αποφάσεις πρέπει να παρθούν σε πολύ σύντομο χρονικό διάστημα.

Η Βάσω Καβαλιεράτου, που υποδύεται τη Μάνια στην παράσταση «72 ώρες», αρχίζει να μου συστήνει την ηρωίδα της. «Η Μάνια είναι μια πολύ κανονική κοπέλα. Είναι 38 χρονών, είναι έξυπνη, έχει δουλειά, είναι εμφανίσιμη, αλλά έχει ένα πρόβλημα. Δεν μπορεί να στεριώσει σε μια σχέση. Υπάρχει μια απογοήτευση, ό,τι άνθρωπο γνωρίζει δεν της ταιριάζει, δεν είναι ο κατάλληλος και μάλλον έχει λίγο αγχωθεί όπως όλες οι γυναίκες μετά τα 35 που νιώθουν ότι αρχίζει να χτυπάει κάτι μέσα τους. Γιατί δεν είναι μόνο να κάνεις ένα παιδί. Είναι ότι πρέπει να τον βρεις και να κάνεις ένα παιδί, και αυτό είναι το πιο δύσκολο», συνεχίζει η Βάσω γελώντας.

Οταν η ηρωίδα γνωρίζει τον Μάνο, αισθάνεται ότι είναι μάλλον μια ακόμα αποτυχημένη γνωριμία. Δεν νιώθει ότι πρόκειται για τον μεγάλο έρωτα και είναι σχεδόν ακυρωτική στο πρώτο ραντεβού για να μην απογοητευτεί ξανά. «Εκεί ακριβώς βλέπει κάτι στον Μάνο που μπορεί και να τον κάνει διαφορετικό. Και πάλι, όμως, δεν το πιστεύει, της παίρνει πολύ καιρό μέσα της για να το καταλάβει και να αφεθεί», εξηγεί η Βάσω.

Οι δυο τους τελικά γίνονται ζευγάρι και σε μόλις επτά εβδομάδες ένα γεγονός έρχεται να τους αποσυντονίσει. Σπάει το προφυλακτικό και έχουν στη διάθεσή τους μόνο 72 ώρες για να πάρουν το χάπι της επόμενης ημέρας. Ο Γιώργος Χατζηπαύλου και η Αστερόπη Λαζαρίδουπου έχουν γράψει το έργο ουσιαστικά μας περιγράφουν αυτές τις 72 ώρες του ζευγαριού. «Αυτό που έγινε είναι ίσως και αυτό που έχει ενδιαφέρον γιατί τους έβαλε και τους δύο σε μια διαδικασία να σκεφτούν τα πράγματα πιο σοβαρά. Δεν θα είχαν προχωρήσει τόσο γρήγορα αν δεν προέκυπτε αυτό και μπορεί να μην είχαν κρατήσει και τόσο καιρό. Πολλές φορές κάτι που συμβαίνει στη ζωή, ένα ατύχημα ας πούμε ή ένα απρόβλεπτο γεγονός, κάνει ένα reset στα πράγματα και αρχίζεις και βλέπεις τον άλλο διαφορετικά».

Η Μάνια και ο Μάνος συζητούν και ξανασυζητούν, αναλύουν και υποθέτουν. Ο καθένας με τον δικό του τρόπο βέβαια. Εκείνη πιο ήρεμη, εκείνος περισσότερο πανικοβλημένος. «Η συμβουλή σε αυτές τις περιπτώσεις είναι σίγουρα να πάρεις το χάπι της επόμενης ημέρας», μου λέει η Βάσω γελώντας. «Αυτό θα έκανα εγώ, αυτό θα συμβούλευα και τις φίλες μου, αλλά μερικές φορές το ξέρεις ότι πρέπει να πάρεις το ρίσκο, ειδικά σε αυτή την ηλικία. Εγώ νομίζω ότι αυτό που συμβαίνει σε αυτούς τους δύο -και είναι και το στοίχημα της παράστασης- είναι ότι έχουν πραγματικά βρει μεταξύ τους κάτι πολύ αληθινό. Πραγματικά αγαπιούνται χωρίς να το έχουν πει ποτέ. Δεν έχουν δοκιμαστεί, δεν έχουν πει το για πάντα, αλλά νομίζω ότι τους συμβαίνει και είναι ο λόγος που τελικά παίρνουν αυτό το ρίσκο».

Το κοινό εκτός από τις συζητήσεις του ζευγαριού βλέπει και δεκάδες αλλαγές ρόλων στη σκηνή του Black Box του Ιδρύματος Μιχάλης Κακογιάννης. Τι θα γινόταν αν σε ένα κλασικό έργο προέκυπτε μια ξαφνική εγκυμοσύνη; Ρωμαίος και Ιουλιέτα. Τι θα συνέβαινε σε μια ρομαντική ταινία αν έσπαγε το προφυλακτικό; Τιτανικός. Οι αλλαγές ρόλων, ο γρήγορος ρυθμός, αλλά και ο συνολικός τρόπος προσέγγισης του έργου έχει άμεση σχέση με όλους τους συντελεστές. Ο Χατζηπαύλου και η Λαζαρίδου έγραψαν μια επίκαιρη κωμωδία με flashbacks και πολλές εναλλαγές από τη βασική πλοκή και πρότειναν στον αρμόδιο Γιάννη Σαρακατσάνηνα το κάνει παράσταση. Η Βάσω είναι χρόνια συνεργάτης με τον Σαρακατσάνη στους Abovo, αλλά και ο Κίμων Φιορέτος που υποδύεται τον Μάνο έχει ένα στυλ που τους ταιριάζει. «Η συγκεκριμένη παράσταση ειδικά έχει πολλά στοιχεία από Abovo. Αλλαγές ρόλων και γρήγορες μεταμορφώσεις. Αυτά τα έργα μπορούν να γίνουν εύκολα κλισέ. Αλλά η ανάγκη όλων ήταν όλο αυτό να προσεγγιστεί με μια τρέλα και με έναν ρυθμό που θα σπάσει λίγο αυτό το κλισέ. Ο Γιάννης ήθελε να περάσει η ιστορία με αυτούς τους δύο ανθρώπους να είναι κανονικοί και όχι γκροτέσκοι. Να βλέπεις ένα ζευγάρι στο δωμάτιο του και όλα τα μπες-βγες, όλες οι αλλαγές να είναι τρελές, γρήγορες και αστείες, ώστε ο κόσμος να κάνει το διάλειμμά του από το κανονικό και να ξαναμπαίνει μετά».

Η συζήτηση με τη Βάσω ξεπηδάει συνεχώς από το ένα θέμα στο άλλο. Από τη Μάνια και τις σκέψεις της για την απόκτηση ενός παιδιού, στη δική της κόρη και στον τρόπο που αντιμετώπισε την ηρωίδα. Αν και έχει ήδη ένα παιδί, παραδέχεται ότι αυτή η προσπάθεια είχε πλάκα. «Εχω περάσει από αυτά που η Μάνια σκέφτεται και φοβάται. Από την άλλη, όταν προσεγγίζεις έναν ρόλο ξεκινάς πάντα από αυτό που είσαι εσύ, οπότε έχω πολλά κοινά στοιχεία με την ηρωίδα. Είμαι σε αντίστοιχη ηλικία και έχω πολλές φίλες που είναι σε αυτή τη φάση». Εκεί κάπου έρχονται ιστορίες με απογοητευμένες φίλες, με αποτυχημένα πρώτα ραντεβού και το διαδίκτυο, που μπορεί για τη γενιά μας να μην είναι ο πιο συνηθισμένος τρόπος για να κλείσεις ένα ραντεβού, αλλά είναι στις αμέσως επόμενες.

Η Βάσω αγαπάει τη Μάνια σαν φίλη της, σαν μια γυναίκα που καταλαβαίνει. Και μολονότι δεν μπορούμε να αποκαλύψουμε το τέλος της παράστασης, η ίδια τελικά συμφωνεί με την απόφασή της. «Βέβαια, δεν βλέπουμε τι γίνεται μερικά χρόνια αργότερα», λέει γελώντας, αλλά αυτό θα είναι το θέμα για το σίκουελ του έργου!