Mε την Ελλάδα την περασμένη εβδομάδα να απειλείται ευθέως…
με αποπομπή από τη ζώνη Σένγκεν και εδώ και μήνες, λόγω της πίεσης του προσφυγικού, να έχει ανοίξει μια τεράστια συζήτηση για τα όρια και τις αντοχές της ζώνης Σένγκεν, ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει οι επιπτώσεις που θα είχε κάτι τέτοιο όχι μόνο για την ευρωπαϊκή συνοχή αλλά και για την ευρωπαϊκή οικονομία.

Με δεδομένο ωστόσο ότι η Συνθήκη Σένγκεν διασφαλίζει την ελεύθερη κυκλοφορία όχι μόνο ανθρώπων (εργαζομένων, καταναλωτών, επιχειρηματιών κ.ά.) αλλά και εμπορευμάτων στη ζώνη των 26 χωρών που την απαρτίζουν, δεν χρειάζεται να είναι κανείς οικονομολόγος, για να «δει» ότι οι όποιοι νέοι περιορισμοί συνεπάγονται αυτομάτως και νέα κόστη.

Η επαναφορά των ελέγχων στα σύνορα θα επαναφέρει τη γραφειοκρατία με αποτέλεσμα τα  εμπορικά φορτηγά να αναγκάζονται να σχηματίζουν χρονοβόρες ουρές, περιμένοντας να ελεγχθούν τα έγγραφα και τα φορτία τους.

Για τη Γερμανία μόνο, για την οποία έχει γίνει ένας σχετικός υπολογισμός, το κόστος από την κατάρρευση της ζώνης Σένγκεν υπολογίζεται ότι θα αγγίξει τα 10 δισ. ευρώ ετησίως.

Επίσης, για να γίνει αντιληπτό το κόστος που θα προκύψει πρέπει να αναφερθεί ότι από τα 218 εκατ. ταξίδια που έκαναν οι πολίτες της ΕΕ εντός της Ενωσης το 2013, τα 25 εκατ. ήταν για «μπίζνες», ενώ συνολικά κάθε χρόνο κυκλοφορούν ελεύθερα εντός της ζώνης Σένγκεν εμπορεύματα αξίας περίπου 2,8 τρισ. ευρώ.