Η αποφρακτική υπνική άπνοια, η οποία είναι περισσότερο γνωστή ως πρόβλημα των… ενηλίκων εξαιτίας κυρίως της παχυσαρκίας, είναι αρκετά συνηθισμένη και στα παιδιά.

Οι ειδικοί λένε ότι ποσοστό 1% έως 3% των παιδιών πάσχουν από αυτήν και ότι, αν αφεθεί δίχως θεραπεία, θα διαταράξει πολύ περισσότερα από τις ήσυχες νύχτες της οικογένειας, καθώς τα παιδιά δεν κοιμούνται όπως και όσο χρειάζονται για να αναπτυχθούν φυσιολογικά.

Στις περισσότερες περιπτώσεις, η άπνοια των παιδιών εκδηλώνεται όταν αποφραχθεί παροδικά η ανώτερη αεροφόρος οδός εξαιτίας υπερτροφικών (διογκωμένων) αμυγδαλών, αδενοειδών εκβλαστήσεων (έτσι αποκαλούνται επιστημονικά τα «κρεατάκια») ή και των δύο, αναφέρει η εφημερίδα «Νιου Γιορκ Τάιμς».

Όταν η συνέπεια είναι διακοπή της αναπνοής επί 10 δευτερόλεπτα ή περισσότερο, αυξάνονται τα επίπεδα διοξειδίου του άνθρακα στο αίμα και ο εγκέφαλος αντιδρά έντονα για να επανεκκινήσει την αναπνοή – διαδικασία που τυπικά συνοδεύεται από ένα δυνατό ροχάλισμα ή «ρουθούνισμα» που διακόπτεται αιφνιδίως.

Σε σπάνιες περιπτώσεις, το παιδί μπορεί να έχει την επονομαζόμενη κεντρική υπνική άπνοια, κατά την οποία ο εγκέφαλος παροδικά αποτυγχάνει να δώσει μήνυμα στους μυς που ελέγχουν την αναπνοή.

Εάν δεν αντιμετωπισθεί η υπνική άπνοια, μπορεί να οδηγήσει σε υπερκινητικότητα και προβλήματα συγκέντρωσης στο σχολείο, που συχνά εκλαμβάνονται λανθασμένα ως διαταραχή ελλειμματικής προσοχής-υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ) με συνέπεια να υποβάλλονται σε λανθασμένη θεραπεία.

Τα παιδιά με υπνική άπνοια έχουν έντονη υπνηλία στη διάρκεια της ημέρας και όταν κοιμούνται το μεσημέρι, δυσκολεύονται να ξυπνήσουν. Όταν, εξάλλου, είναι πολύ μικρά, μπορεί να υπάρξουν καθυστερήσεις στην νοητική ανάπτυξή τους, οι οποίες ευτυχώς συνήθως αναστρέφονται όταν διορθωθεί το πρόβλημα.

Άλλες πιθανές συνέπειες είναι μείωση στην ικανότητα μάθησης και οξυθυμία – προβλήματα που επίσης βελτιώνονται σημαντικά όταν η κατάσταση αντιμετωπιστεί αποτελεσματικά.

Δεν είναι φυσιολογικό

Για τον δρα Ντέιβιντ Γκοζάλ, καθηγητή Παιδιατρικής στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου και κορυφαίο ειδικό στην αντιμετώπιση των διαταραχών ύπνου της παιδικής ηλικίας, η παρουσία του ροχαλητού σε ένα παιδί «ποτέ δεν πρέπει να θεωρείται φυσιολογικό χαρακτηριστικό του ύπνου», διότι «υποδηλώνει την παρουσία αυξημένης αντίστασης στο ανώτερο τμήμα της αεροφόρου οδού».

Σε μελέτη που είχε δημοσιεύσει το 2008, ο δρ Γκοζάλ είχε αναφέρει ότι ποσοστό έως 9% των νηπίων και των μικρών παιδιών και 3-5% των παιδιών ηλικίας 9 έως 14 ετών ροχαλίζουν συστηματικά. Αν και το ροχαλητό δεν διαταράσσει πάντοτε τον ύπνο των παιδιών, «σχετίζεται με υψηλότερο κίνδυνο νευροσυμπεριφορικών ελλειμμάτων», λέει.

Πολυάριθμες μελέτες, λ.χ., έχουν δείξει ότι η υπερκινητικότητα και η έλλειψη προσοχής είναι συχνά φαινόμενα στα παιδιά που ροχαλίζουν συστηματικά, ακόμα κι όταν δεν έχουν άπνοια. Υπάρχουν επίσης ενδείξεις που συσχετίζουν το συχνό και δυνατό ροχαλητό νωρίς στη ζωή με αυξημένο κίνδυνο μειωμένων ακαδημαϊκών επιδόσεων αργότερα στη ζωή, ακόμα κι αν στην πορεία το πρόβλημα που το προκαλούσε έχει επιλυθεί.

Στις πιο σοβαρές περιπτώσεις αποφρακτικής άπνοιας, ο συνδυασμός του διακοπτόμενου ύπνου με την μετ’ εμποδίων παροχή οξυγόνου στον οργανισμό «μπορεί να έχει συνέπειες σε πολλαπλά όργανα και συστήματα του σώματος», εάν καθυστερήσει η θεραπεία, τονίζει ο καθηγητής.

Οι αιτίες

Οι αμυγδαλές και οι αδενοειδείς εκβλαστήσεις διογκώνονται από τη νηπιακή έως την παιδική ηλικία, και στη συνέχεια συρρικνώνονται στη διάρκεια της εφηβείας και στην ενήλικη ζωή.

Εάν κατά τα πρώτα χρόνια της ζωής οι ιστοί αυτοί αναπτυχθούν ταχύτερα απ’ ό,τι τα οστά της μύτης και του λαιμού, μπορεί να μειώσουν το μέγεθος της ανώτερης αεροφόρου οδού, δυσχεραίνοντας την αναπνοή στη διάρκεια του ύπνου.

Τα γονίδια και η εθνικότητα επηρεάζουν τις πιθανότητες εκδηλώσεως αποφρακτικής υπνικής άπνοιας στα παιδιά, ενώ ρόλο παίζουν επίσης τα γονίδια που καθορίζουν τις λεπτομέρειες των δομών του προσώπου και το πάχος των ιστών στην στοματική κοιλότητα.

Οι έξι ερωτήσεις της διάγνωσης

Ο δρ Γκοζάλ λέει ότι η σωστή διάγνωση είναι εξαιρετικά σημαντική πριν από οποιαδήποτε θεραπευτική παρέμβαση.

Η διάγνωση αρχίζει με έξι ερωτήματα τα οποία πρέπει να θέτουν οι γιατροί και να απαντούν οι γονείς:

* Σταματά το παιδί να αναπνέει στη διάρκεια του ύπνου;

* Δυσκολεύεται να αναπνεύσει, όταν κοιμάται;

* Σκουντάτε ποτέ το παιδί για να το κάνετε να ξαναρχίσει να αναπνέει στη διάρκεια του ύπνου;

* Πόσο συχνά ροχαλίζει το παιδί;

* Σας ανησυχεί οτιδήποτε για την αναπνοή του παιδιού σας, όταν κοιμάται;

* Πόσο δυνατά ροχαλίζει το παιδί;

Εάν οι απαντήσεις δείξουν πως μπορεί να πάσχει από υπνική άπνοια, το επόμενο βήμα είναι μία μελέτη ύπνου (γίνεται στα ειδικά ιατρεία, εργαστήρια ή μονάδες ύπνου που διαθέτουν τα παιδιατρικά νοσοκομεία) για να επιβεβαιωθεί ή να αποκλεισθεί η διάγνωση. «Η απλή κλινική αξιολόγηση και εξέταση από τον παιδίατρο ή τον ειδικό ωτορινολαρυγγολόγο είναι ανεπαρκής για να γίνει η διάγνωση», υποστηρίζει.

Αν και η υπνική άπνοια στα παιδιά συνήθως αντιμετωπίζεται με χειρουργική αφαίρεση των διογκωμένων αμυγδαλών και αδενοειδών εκβλαστήσεων, οι ηπιότερες περιπτώσεις ενδέχεται να ανταποκριθούν σε φαρμακευτική αγωγή μετοπικά στεροειδή για τη μύτη ή αντιφλεγμονώδη από το στόμα, προσθέτει ο καθηγητής.

Στα παχύσαρκα παιδιά, πάντως, η άπνοια μπορεί να επιμείνει παρά τις προαναφερθείσες θεραπείες και έτσι μπορεί να χρειασθούν μάσκα συνδεδεμένη με ειδική συσκευή θετικής πίεσης (CPAP), η οποία εκπέμπει ρεύμα πεπιεσμένου αέρα για να διατηρεί ανοικτή την αεροφόρο οδό.