Ο Ιταλός πρωθυπουργός επισκέπτεται σήμερα το Βερολίνο…
Με τον Ματέο Ρέντσι να βάλλει ανοιχτά κατά της «γερμανικής κυριαρχίας», εκτιμάται ότι η συνάντησή του με την καγκελάριο Μέρκελ μπορεί να έχει και «αγκάθια».

Ο πρώτος στόχος της σημερινής επίσκεψης του Ματέο Ρέντσι στο Βερολίνο ακούει στο όνομα «αποκλιμάκωση». Εδώ και μήνες ο Ιταλός πρωθυπουργός δεν διστάζει να αντιπαρατεθεί με τη Γερμανία και την ΕΕ. Επανειλημμένα έχει εκφράσει τη δυσαρέσκεια ή τη διαφωνία του: είτε για το ζήτημα της ευρωπαϊκής χρηματοδότησης της Τουρκίας για το προσφυγικό είτε για το έργο του αγωγού North Stream, μέσω του οποίου επιθυμεί το Βερολίνο να διοχετεύσει ρωσικό φυσικό αέριο μέσω της Βαλτικής Θάλασσας στη Γερμανία.

Η Ιταλία επρόκειτο να συμμετάσχει σε ένα αντίστοιχο έργο, στην κατασκευή του αγωγού South Stream, η οποία ναυάγησε εξαιτίας των κυρώσεων της ΕΕ κατά της Ρωσίας. Αφορμή για τον Ματέο Ρέντσι να δηλώσει οργισμένα ότι στην Ευρώπη χρησιμοποιούνται δύο μέτρα και δύο σταθμά. Όπως δήλωσε χαρακτηριστικά στις Βρυξέλλες «φωτογραφίζοντας» τη γερμανίδα καγκελάριο, «υπάρχει ένα κόμμα και μια επικεφαλής κυβέρνησης που ελέγχουν την Ευρώπη με απαράδεκτο τρόπο».

Ο Ρέντσι αισθάνεται αρκετά ισχυρός
Τι επιδιώκει όμως ο άλλοτε «αγαπημένος» της Άγκελα Μέρκελ και της ΕΕ με τη συγκρουσιακή του τακτική; Ένας σύμβουλος του Ιταλού πρωθυπουργού, που θέλησε να διατηρήσει την ανωνυμία του, αποδίδει τις επιλογές του στο προφίλ του επιτυχημένου εκσυγχρονιστή που καλλιεργεί ο Ματέο Ρέντσι. Όπως επισήμανε ο ίδιος, ο Ματέο Ρέντσι είναι άλλωστε αυτήν την ώρα ο μόνος επικεφαλής ευρωπαϊκής κυβέρνησης που κατόρθωσε να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις και να διατηρηθεί στην εξουσία. Ο σύμβουλος του Ιταλού πρωθυπουργού παραπέμπει στο παράδειγμα της Ισπανίας, στην οποία ο υπηρεσιακός πλέον πρωθυπουργός Μαριάνο Ραχόι δεν κατόρθωσε να σχηματίσει κυβέρνηση συνασπισμού μετά τις εκλογές της 20ής Δεκεμβρίου 2015. Στην περίπτωση της Γαλλίας με την άνοδο του ακροδεξιού Εθνικού Μετώπου της Λεπέν και τον πόλεμο κατά της τρομοκρατίας και στην Πολωνία, η δεξιά κυβέρνηση της οποίας δέχεται σφοδρή κριτική για τους αμφιλεγόμενους χειρισμούς της. Όπως υπογραμμίζει ο σύμβουλος του ιταλού πρωθυπουργού, σε αντίθεση με τις προαναφερθείσες περιπτώσεις, ο Ματέο Ρέντσι αισθάνεται αρκετά ισχυρός ώστε να είναι σε θέση να εκφράζει άποψη για όλα τα σημαντικά ζητήματα.

Είναι γεγονός ότι ο 41χρονος ιταλός πρωθυπουργός έχει κατορθώσει από την ημέρα που ανέλαβε τα καθήκοντά του, στις αρχές του 2014, να τερματίσει μία περίοδο «νάρκης» της χώρας του. «Η Ιταλία κλήθηκε να αντιμετωπίσει τα προηγούμενα χρόνια μεγάλες προκλήσεις και πέτυχε πολλά», επισημαίνει η Καρολίνε Κάντερ, διευθύντρια του γερμανικού πολιτικού Ιδρύματος Κόνραντ Αντενάουερ στην Ιταλία. Όπως σημείωσε, καταβλήθηκαν σημαντικές προσπάθειες για μεταρρυθμίσεις στην αγορά εργασίας, στη Γερουσία και στο εκλογικό δίκαιο. «Και όλα αυτά σε μια χώρα που από οικονομική σκοπιά φάνηκε μόλις τον Μάιο του 2015 να συνέρχεται αργά από τη μακρά ύφεση», υπογράμμισε η Καρολίνε Κάντερ, η οποία αναφέρθηκε ακόμη στο ρεύμα προσφύγων που δέχεται η Ιταλία από την Αφρική και στα υψηλά ποσοστά ανεργίας, ειδικά μεταξύ των νέων. Όπως δήλωσε, «αυτά τα προβλήματα ασκούν τρομερή πίεση στην ιταλική κυβέρνηση. Οι προσδοκίες είναι υψηλές».

«Καλή ευκαιρία» για συζήτηση
Οι προσδοκίες αυτές εξηγούν ίσως την προσπάθεια του Ιταλού πρωθυπουργού να διεκδικήσει ενισχυμένο ρόλο για τη χώρα του. Ο Ματέο Ρέντσι έχει τονίσει ότι έχει κουραστεί να αντιμετωπίζεται «σαν μαθητής που πρέπει να κάνει τις ασκήσεις του» και μάλιστα «να πρέπει να τον επιτηρούν».

Ο πολιτικός αναλυτής Φραντσέσκο Γκαλιέτι συνιστά πάντως στον Ιταλό πρωθυπουργό να μην υπερβάλλει με τις φραστικές του επιθέσεις κατά της Γερμανίας, δεδομένου, όπως λέει, ότι οι διμερείς σχέσεις έχουν ήδη επιδεινωθεί αισθητά.

Από την πλευρά της η Καρολίνε Κάντερ υπογράμμισε ότι οι οξείς τόνοι από πλευράς Ματέο Ρέντσι δεν θα πρέπει να υπερεκτιμώνται. Όπως παρατήρησε η ίδια, «οι συναντήσεις στο παρελθόν έδειξαν ότι είναι εφικτός ο εποικοδομητικός διάλογος μεταξύ τω δύο πλευρών. Ως εκ τούτου, η επίσκεψη Ρέντσι θα είναι μια καλή ευκαιρία να συζητηθούν τα υπάρχοντα σημεία κριτικής».