Το συγκλονιστικό αυτοβιογραφικό χρονικό μιας νεαρής Βρετανίδας που έφηβη ακόμη…
ήρθε για διακοπές με τη μητέρα της, ερωτεύτηκε έναν Αλβανό μαστροπό και κατέληξε πόρνη που άλλαζε χέρια μέσα στο κύκλωμα του trafficking

Το «Bought & Sold» (σε κάπως ελεύθερη μετάφραση «Με αγόρασαν και με πούλησαν») είναι ένα παράξενο βιβλίο το οποίο, μάλιστα, χρησιμοποιεί την Ελλάδα ως φόντο για την αφήγηση. Ως ανάγνωσμα δεν ανήκει επισήμως στη λογοτεχνία παρόλο που όποιος το διαβάζει νιώθει όλο και πιο έντονη την επιθυμία να το θεωρήσει προϊόν μυθοπλασίας.

Η διήγηση της οδύσσειας μιας 14χρονης Βρετανίδας στον ζοφερό κλάδο της σωματεμπορίας και τον ελληνικό υπόκοσμο είναι τόσο ωμή και τα γεγονότα που καταγράφονται φαντάζουν τόσο απάνθρωπα ώστε ο αναγνώστης βρίσκεται από τις πρώτες σελίδες σε απορία ανάμεσα στο τι να πιστέψει απ’ ό,τι διαβάζει και τι όχι, τι είναι αληθινό -μολονότι εντελώς κραυγαλέο- και τι απλώς αληθοφανές. Είναι δυνατόν, π.χ., ένα άγουρο κορίτσι, περίπου στα 16-17 του χρόνια, να έχει καταλήξει κιόλας σε ένα ελληνικό χαμαιτυπείο τελευταίας υποστάθμης του τύπου «απαγορεύονται τα πιασίματα, 20 ευρώ το πεντάλεπτο, συντομεύετε, περιμένουν κι άλλοι» και να ανακουφίζει πάνω στα λερά σεντόνια ανοίγοντας τα πόδια της κάθε ξαναμμένο περαστικό αρσενικό επί 110 φορές σε μία και μόνη «βάρδια»; Πόσο πιθανόν είναι, επί χρόνια ολόκληρα, να υφίσταται καθημερινούς, απανωτούς βιασμούς, να αμείβεται γι’ αυτό πλουσιοπάροχα (περίπου έως και 3.000 ευρώ ημερησίως), η ίδια όμως να ζει σε συνθήκες μιζέριας, αποδίδοντας πρόθυμα ακέραιη την αμοιβή για τις πορνικές της υπηρεσίες στον εραστή-νταβατζή της, μόνο και μόνο επειδή εκείνος την έχει πείσει για τα αγνά αισθήματα που τρέφει γι’ αυτήν; Δικαίως ο αναγνώστης του «Bought & Sold» μπαίνει σε έντονο πειρασμό να αμφισβητήσει την εγκυρότητά του ως αυτοβιογραφικού ντοκουμέντου, κυρίως επειδή τόσος ρεαλισμός σχεδόν δεν αντέχεται και άρα δεν μοιάζει λογικό να αποτυπώνει την αλήθεια.

Στις σελίδες του βιβλίου ένας προαγωγός που λυμαίνεται την Αθήνα, ο φοβερός Κριστόφ, κρατά σε ένα διαμέρισμα-φυλακή, κατασκότεινο και με σφαλισμένα παράθυρα, χωρίς φαγητό, ένα χαρέμι, «στοκ» θα έλεγε κανείς, από δύσμοιρες γυναίκες προς εκμετάλλευση. Την ενοικιαζόμενη σάρκα τους ο ίδιος ο Κριστόφ, ως αποκλειστικός και παντοδύναμος αφέντης, την κακομεταχειρίζεται άγρια, δεν διστάζει να γρονθοκοπήσει στο πρόσωπο εκείνη που τόλμησε να καταρρεύσει και να βάλει τα κλάματα μπροστά του. Σε επόμενη σκηνή, ο Κριστόφ -ο οποίος, σημειωτέον, δεν είναι ο χειρότερος από τους εκάστοτε νταβατζήδες της αφηγήτριας- φέρνει στο άθλιο κλουβί με τις σκλάβες του έναν πελάτη. Ασχέτως εάν μέσα στη ζοφερή τρώγλη απαγορευόταν το λουτρό, διατάζει τη συγγραφέα του βιβλίου να προσφέρει επιτόπου τις υπηρεσίες της. Ο πελάτης έχει ήδη κατεβάσει το παντελόνι του, αγνοώντας τον εγκλεισμό των τρομοκρατημένων γυναικών που τον περιστοιχίζουν, αδιαφορώντας για τη βρομιά και τη σωματική αποφορά τους, περιφρονώντας ακόμη και ένα κοριτσάκι, περίπου 8 ετών που, άγνωστο πώς και γιατί, είχε βρεθεί εκεί μέσα.

Το «Bought & Sold» βρίθει παρόμοιων περιστατικών ή ακόμη πιο αποτρόπαιων, κάτι που ενισχύει την αίσθηση ότι έχει δομηθεί σαν ένα κοινωνικό δράμα με πολύ σφιχτό, ανελέητα πυκνό σενάριο. Αυτή η εντύπωση, όμως, πιθανώς να είναι απλώς ένας μηχανισμός άμυνας απέναντι σε μια φριχτή πλην απολύτως υπαρκτή κατάσταση. Διότι αυτό το βιβλίο δεν θα έπρεπε μόνο να θυμίζει κινηματογραφική ταινία αλλά να είναι εξαρχής φανταστικό. Θα έπρεπε να είναι επινόηση σεναριογράφου, θα έπρεπε να παρουσιάζει μόνο μια εικονική πραγματικότητα και μάλιστα στην απόλυτη υπερβολή της. Είναι όμως κάτι περισσότερο από πιθανό ότι η ηρωίδα που υπογράφει με το ψευδώνυμο Μέγκαν Στίβενς το χρονικό της περιήγησής της στον κόσμο της πορνείας έχει όντως υποστεί η ίδια ως θύμα τα δεινά του trafficking. Το κείμενο είναι υπερβολικά αναλυτικό και παραστατικό, κάτι που παραπέμπει μάλλον σε αληθινό βίωμα παρά σε αποκύημα δημιουργικής φαντασίας. «Οι περισσότερες κοπέλες που δούλευαν στα ελληνικά μπορντέλα», γράφει η Στίβενς, «προέρχονταν από την Αλβανία και τη Ρουμανία, μερικές ήταν Ελληνίδες, άλλες Πολωνές, Ρωσίδες, Λιθουανές και Μολδαβές. Ακόμη και όταν δεν ήμουν μόνη σε κάποιο “στούντιο”, σπανίως μιλούσα με τις υπόλοιπες. Εγώ ήθελα να τους μιλήσω, όποτε όμως έκανα κάποια απόπειρα, φαινόμουν σαν να ζητάω κάτι ή σαν να είμαι βλαμμένη. Φαίνεται ότι η πορνεία, σαν μια απάνθρωπη πρακτική, είχε καταστρέψει την ικανότητά μου να επικοινωνώ με άλλους ανθρώπους.

Τα πορνεία ήταν ανοιχτά επτά ημέρες την εβδομάδα, επί 22 ώρες την ημέρα. Δεν υπήρχαν ρεπό και δεν πέρασε πολύς χρόνος πριν η δουλειά με διαλύσει τελείως. Κατά μέσον όρο έπαιρνα πενήντα πελάτες μέσα σε μια βραδιά. Στη χειρότερη απ’ όλες, υπήρξαν 110 άντρες που πλήρωσαν για να κάνουν ερωτα μαζί μου. Ο ιδιοκτήτης του μπορντέλου ήταν κάποιος που μου φερόταν πολύ καλά, οπότε, όταν έφυγα τρέχοντας από την πίσω πόρτα ύστερα από την 110η συνουσία και ξέρασα τα σωθικά μου, κλείδωσε αμέσως την εξώπορτα και έκλεισε το “μαγαζί”».
Στην απίστευτη ιστορία της, η Μέγκαν Στίβενς έχει περιλάβει τα πάντα: τον μοιραίο αφελή εφηβικό έρωτα για έναν αδίστακτο προαγωγό που την εγκλώβισε στην Ελλάδα, τα βίτσια των πελατών που άλλος την «ενοικίαζε» μόνο για να βλέπει μαζί της τηλεόραση και άλλος για να εκτονώνει πάνω της τα σαδομαζοχιστικά του απωθημένα, το αγοραίο ερωτα χωρίς προφυλάξεις με διαταγή των προαγωγών της, τη σύφιλη, τις συλλήψεις από την Αστυνομία έως την απόπειρα αυτοκτονίας σε ηλικία μόλις 20 ετών και την εκδίωξη λόγω αλκοολισμού από την ειδική κλινική αποκατάστασης των ψυχικών της τραυμάτων στη Βρετανία. Σήμερα η Στίβενς -ή όπως αλλιώς ονομάζεται πραγματικά- παλεύει με τα φαντάσματα που στοιχειώνουν τους εφιάλτες της και προσπαθεί να δημιουργήσει μια οργάνωση προστασίας και υποστήριξης των θυμάτων σωματεμπορίας. Αποκρύπτει την αληθινή της ταυτότητα προσπαθώντας να προστατεύσει τον εαυτό της αλλά και τη νεαρή της οικογένεια απ’ όλους εκείνους που την εκπόρνευσαν και τη βασάνισαν στην Ελλάδα και οι οποίοι εξακολουθούν να της διαμηνύουν, ακόμη και μέσω Facebook, ότι δεν την έχουν ξεχάσει, δεν την έχουν χάσει, τρόπον τινά, από τα μάτια τους. Το νέο μεγάλο κεφάλαιο στη ζωή της, ο καταλύτης για το μέλλον και την ανάκτηση της ψυχικής της γαλήνης, είναι το παιδί που περιμένει με τον σύντροφό της, έναν άντρα που γνώρισε στην εκκλησία της ενορίας της και που, όπως η ίδια εξομολογείται, την έκανε, για πρώτη φορά, να ερωτευτεί κάποιον για το σύνολο της προσωπικότητάς του.

Το συγκλονιστικό στοιχείο, πάντως, στη διήγηση της Μέγκαν Στίβενς είναι το πώς λειτουργεί στην πράξη το trafficking και ο απόλυτος κυνισμός που μετατρέπει ανθρώπινα όντα σε εμπορεύματα δίχως βούληση και δίχως δικαιώματα. Η ίδια, μόλις στα 14 της χρόνια, έγινε κτήμα ενός Αλβανού, του Γιεκ. Αυτός, αφού την παραπλάνησε πουλώντας της έρωτα, την εκμεταλλεύτηκε στυγνά εκπορνεύοντάς την, πρώτα την κακοποίησε βάναυσα και επανειλημμένα αλλά με τέτοιον τρόπο ώστε να μην επηρεάζει την εμπορική της αξία ως βίζιτα και μετά την πούλησε κανονικά στον επόμενο. Ο δεύτερος ιδιοκτήτης της Στίβενς, ονόματι Ελέκ, ήταν επίσης Αλβανός, σύμφωνα με το βιβλίο. Από αυτόν την αγόρασε ο προαναφερθείς Κριστόφ, ο οποίος, πάντα κατά το «Bought & Sold», υποτίθεται ότι ήταν Ελληνας. Αντί 4.000 ευρώ, ο Κριστόφ αποπειράθηκε να πουλήσει τη Μέγκαν Στίβενς «πακέτο» μαζί με μία εντελώς ανυποψίαστη Βρετανίδα φίλη της σε έναν άλλο Αλβανό μαστροπό, μια συναλλαγή όμως που δεν ολοκληρώθηκε, καθώς οι δύο φίλες κατάφεραν να αποδράσουν ουρλιάζοντας από το άντρο του επίσης Αλβανού Ζαμίρ και της κακομούτσουνης παρέας του. Δυστυχώς, όμως, για τις δύο κοπέλες, ακόμη και ο τυχαίος αστυνομικός στον οποίο προσέτρεξαν για βοήθεια καθώς έτρεχαν πανικόβλητες στον δρόμο, αποδείχθηκε ότι ήταν άνθρωπος του σατανικού Κριστόφ, οπότε κατέληξαν και πάλι στη σιχαμερή αγκαλιά του.

Στοιχειωμένες αναμνήσεις

Η ίδια η αφηγήτρια, φυσικά μέσω μιας σκιώδους συγγραφέως που ανέλαβε να συντάξει το τελικό κείμενο βάζοντας σε τάξη τις αναμνήσεις και τις σκέψεις της Μέγκαν, περιγράφει το κύκλωμα της εμπορίας ανθρώπινων όντων ως εξής: «Οταν πραγματικά έχεις πιστέψει ότι είσαι ένα τίποτα, δεν εξετάζεις καν την πιθανότητα ότι έχεις την οποιαδήποτε δυνατότητα επιλογής για οτιδήποτε. Είσαι σαν μια μαριονέτα, περιμένεις κάποιον να σηκώσει τα νήματα που είναι δεμένα στα μέλη σου και να σε κάνει να κινηθείς. Και όταν ο μαριονετίστας σε ακουμπήσει κάτω, δεν κάνεις τίποτα μόνη σου επειδή έχεις συνηθίσει τόσο πολύ να είσαι ένα ανδρείκελο ώστε έχεις ξεχάσει πια ότι υπήρξες ποτέ ικανή να σκέπτεσαι και να δρας με τη δική σου βούληση. Τώρα που ο Ελέκ είχε παραδώσει τα νήματα της δικής μου κούκλας στον Κριστόφ, το μόνο που άλλαξε για μένα αμέσως ήταν ότι τώρα ερχόταν αυτός να με παίρνει κάθε πρωί από το ξενοδοχείο και το δωμάτιό μου που μοιραζόμουν με έναν στρατό από κατσαρίδες. Για τους επόμενους μήνες συνέχισα να δουλεύω σε διαφορετικά μπορντέλα σε διάφορα σημεία της Αθήνας, άλλες φορές στη διάρκεια της ημέρας και άλλες τη νύχτα. Ταυτόχρονα έκανα και βίζιτες σε ξενοδοχεία αλλά και στα σπίτια διαφόρων τύπων που δεν είχε τύχει ποτέ στη ζωή τους να ακούσουν τον νυχτερινό ήχο από τα πόδια-τρυπάνια ενός εντόμου. Στο τέλος είχα πια καταντήσει ανίκανη να νιώσω οτιδήποτε».

Οι ξυλοδαρμοί και η ταπείνωση

Η Μέγκαν Στίβενς, προφανώς σκόπιμα, χρησιμοποιεί την Ελλάδα σαν έναν αφηρημένο καμβά, ένα φόντο χωρίς συγκεκριμένα τοπωνύμια -εκτός από την Αθήνα- ή άλλα αναγνωρίσιμα στοιχεία, πρόσωπα κ.λπ. Γράφει ότι ο τρίτος κατά σειρά προστάτης της, ο Κριστόφ, ήταν ντόπιος, έστω και εάν το όνομά του δεν είναι και τόσο συνηθισμένο στους καταλόγους των ελληνικών ληξιαρχείων. Το ζήτημα, όμως, δεν είναι η ακρίβεια των ονομάτων, αλλά των καταστάσεων που έζησε η Μέγκαν ως πόρνη στην Ελλάδα από την ηλικία των 14 ετών. Σε κάποιο σημείο της διήγησής της περιγράφει το πώς εκδηλώθηκαν τα πρώτα επώδυνα συμπτώματα της σύφιλης, από την οποία νόσησε ύστερα από την κατάργηση των προφυλάξεων στο σεξ με την απέραντη και ανεξέλεγκτη πελατεία της επειδή έτσι τη διέταξε να κάνει ο Κριστόφ. Ο ίδιος αυτός κύριος, με τα λόγια της Μέγκαν, «ένα βράδυ που με πήγαινε σε μια δουλειά, μόλις του είπα ότι πονάω και ότι έχω ρίγη σε όλο μου το σώμα, εκείνος άπλωσε το χέρι του και με χτύπησε στο πρόσωπο με τόση δύναμη ώστε κόντεψα να κόψω τη γλώσσα μου με τα ίδια μου τα δόντια. Το σοκ που έπαθα ήταν τόσο μεγάλο από αυτό που έκανε που όταν με έπιασε από το σαγόνι και γύρισε το πρόσωπό μου προς το μέρος του, έκλεισα τα μάτια μου και έκανα έναν μορφασμό περιμένοντας να δεχτώ το επόμενο χτύπημα. Εκείνος όμως, αντί να με χτυπήσει, με κοίταξε για μερικά δευτερόλεπτα και κατόπιν είπε “αύριο το πρωί θα πάμε στο γιατρό να σε κοιτάξει”. Παρ’ όλα αυτά, εγώ ήμουν αναγκασμένη να δουλέψω κανονικά εκείνο το βράδυ παρά τους πόνους. Η τσατσά στο μπορντέλο μου έδωσε παυσίπονα, τα οποία όμως δεν με βοήθησαν ιδιαίτερα. Πραγματικά κι εγώ δεν ξέρω πώς κατάφερα να κάνω ερωτα. Πολλοί από αυτούς που πήγαιναν στους οίκους ανοχής ήταν τραχείς και απότομοι, εκείνο το βράδυ όμως μου φάνηκαν αφόρητοι. Παρ’ όλα αυτά, άντεξα. Την άλλη μέρα πήγα στον γιατρό που παράγγειλε να κάνω μια σειρά από εξετάσεις. Υπέθεσα ότι τις ήθελε για τα έγγραφα που χρειαζόμουν ώστε να εργάζομαι νόμιμα σε μπορντέλο. Ημουν όμως μόλις 18 ετών, δηλαδή ακόμη τρία χρόνια κάτω από το ελάχιστο όριο ηλικίας των 21, από την οποία και εξής επιτρέπεται από τις ελληνικές αρχές να εκδίδεται μια πόρνη».

Ωστόσο, αυτή δεν ήταν ούτε η πρώτη, ούτε η μόνη φορά που κάποιος κακοποιούσε τη Μέγκαν. Ακόμη και η διακόρευσή της έγινε από έναν ευυπόληπτο μεγαλοδικηγόρο των Αθηνών, ο οποίος είχε πληρώσει αδρά τον Αλβανό νταβατζή της για να του παραδώσει στο γραφείο του, στο κέντρο της πρωτεύουσας, μια αληθινή παρθένα. Ο δικηγόρος βίασε ανερυθρίαστα το 14χρονο κορίτσι, ενώ παράλληλα βιντεοσκοπούσε το ανδραγάθημά του έστω και εάν εκείνη ούρλιαζε και χτυπιόταν. Κατόπιν, όταν έντρομη είδε το αίμα του παρθενικού της υμένα στο κρεβάτι του πρώτου εραστή που της έτυχε εκείνος εξέλαβε την απόγνωσή της ως πρώτης τάξεως διεγερτικό, οπότε τη βίασε για άλλη μία φορά πριν την ξαποστείλει στον λατρεμένο της προστάτη, τον νεαρό Αλβανό Γιεκ. «Στα ρούχα μου είχε κολλήσει η μυρωδιά του ιδρώτα εκείνου που είχε κλέψει την παρθενιά μου» γράφει κάπως μελοδραματικά η Μέγκαν στο βιβλίο της. Και αμέσως διορθώνει τον εαυτό της σημειώνοντας «όχι “έκλεψε” την παρθενία μου. Την αγόρασε».

To υψηλό τίμημα τέτοιων «σπέσιαλ» ραντεβού θα έδιναν στον Γιεκ τη δυνατότητα να κάνει τη φιγούρα που πάντα ονειρευόταν ως πάμπτωχος οικονομικός μετανάστης από την Αλβανία στην Ελλάδα. Επέμενε η Μέγκαν να ντύνεται όσο πιο κοριτσίστικα γινόταν, να χτενίζεται σαν αθώα μαθητριούλα με κοτσιδάκια κ.λπ. επειδή είχε διακρίνει ότι το αντίστοιχο βίτσιο ήταν άκρως δημοφιλές και προσοδοφόρο.

Πώς έπεσε στα δίχτυα του μαστροπού

Η Αγγλιδούλα άρχισε να γίνεται περιζήτητη, να κάνει 6-8 βίζιτες ημερησίως, κάτι που γέμιζε την τσέπη του Γιεκ, ο οποίος έκανε ολική κατάσχεση στην αμοιβή της Μέγκαν και την επένδυε σε φανταχτερά, πανάκριβα ρούχα. Για την ίδια απέμεναν κάποια ψίχουλα για ρούχα του σωρού, για τη διατροφή της με σουβλάκια και πρόχειρο φαγητό, ενώ η ψυχική της ανταμοιβή από τον Γιεκ ήταν η ταπείνωση μαζί με απρόκλητες εκρήξεις θυμού και βίας, ολίγον ερωτα και μπόλικο ψέμα, με υποσχέσεις για σπίτια, δημιουργία οικογένειας, για τα χρήματα που δήθεν χρειαζόταν η μητέρα του για τη θεραπεία του καρκίνου από τον οποίον έπασχε κ.λπ. Η Μέγκαν είχε ερωτευτεί κεραυνοβόλα τον Γιεκ όταν είχε έρθει μαζί με τη μητέρα της στην Ελλάδα για διακοπές, αλλά και για να ξεφύγουν από την ενδοοικογενειακή βία που είχαν υποστεί στη Βρετανία -και μάλιστα δύο φορές, καθώς τόσο ο βιολογικός πατέρας της όσο και ο επόμενος σύντροφος της μαμάς της αποδείχθηκαν ανίκανοι να χαλιναγωγήσουν την ποταπότητα και τα ζωώδη ένστικτά τους, την εξάρτηση από το αλκοόλ κ.λπ.

Με τους κατάλληλους χειρισμούς και με όλη τη νεανική του σαγήνη, ο Γιεκ κατάφερε αρχικά να αποσπάσει τη Μέγκαν από τον μητρικό έλεγχο, κάτι όχι και τόσο δύσκολο, από τη στιγμή που η μαμά Στίβενς είχε βρει η ίδια τον έρωτα στο πρόσωπο ενός Ελληνα μπάρμαν. Ο Γιεκ μετέτρεψε την 14χρονη Μέγκαν σε σκλάβα του, την υποδούλωσε κανονικά, εμφυτεύοντας στην ψυχή της το άγχος του αποχωρισμού από εκείνον. Εκείνη ήταν εξαρτημένη από τον Αλβανό εραστή της κι εκείνος, όταν δεν την ταπείνωνε με χυδαίες επικρίσεις, την τάιζε συστηματικά με ένα ροζ όνειρο – διανθισμένο ανελλιπώς με κάποιους ξυλοδαρμούς: «Σχεδόν δεν υπήρξε ημέρα που να μη με χαστουκίσει, να μη μου ρίξει μπουνιά στο κεφάλι, να μη με σέρνει μέσα στο δωμάτιο τραβώντας με από τα μαλλιά», περιγράφει η Μέγκαν για την κόλαση που έζησε δίπλα στον Γιεκ. Υπήρχαν όμως και χειρότερα. Οταν έμεινε έγκυος, κατά πάσα βεβαιότητα από εκείνον, την ενημέρωσε ότι η εντολή της μητέρας του ήταν να κάνει άμβλωση αμέσως. Η Μέγκαν του ζήτησε να σταματήσουν τους καβγάδες γι’ αυτό το ζήτημα και έσκυψε να τον αγκαλιάσει.

Ο Γιεκ ανταποκρίθηκε με ένα σουτ-βολέ κατευθείαν στην κοιλιά της. Το επόμενο πρωί εκείνη έφτυνε αίμα και είχε τρομακτικούς πόνους, οι οποίοι κράτησαν για δύο εβδομάδες – όσο κράτησε η αποβολή του εμβρύου. «Δεν είχα συνειδητοποιήσει τι μου συνέβαινε, ότι είχα χάσει το μωρό. Για εμένα ήταν μια τραγωδία όταν το κατάλαβα», γράφει με σπαραγμό η Μέγκαν Στίβενς. Και ολοκληρώνει τη διήγησή της γι’ αυτό το περιστατικό διαπιστώνοντας ότι «αυτή η αποβολή όμως ήταν ευλογία για το παιδί. Μόνο ο Θεός ξέρει τι θα είχε γίνει εάν γεννιόταν».