Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες, το αίτημα για περικοπές εκτροχιάζει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς…

Σκληρή γραμμή διαμήνυσε ότι θα κρατήσει το ΔΝΤ απαιτώντας μεσοσταθμική μείωση των καταβαλλόμενων συντάξεων κατά 15% την ώρα που τα τεχνικά κλιμάκια στην Αθήνα ζητούν συνεχώς διευκρινήσεις και νέα στοιχεία από το Υπουργείο Εργασίας  προλειαίνοντας το έδαφος για την άφιξη του Κουαρτέτου. Ο κ. Κατρούγκαλος αναζητώντας χείρα βοηθείας έσπευσε να ενημερώσει στις Βρυξέλες την Ομάδα Εργασίας (Monitoring Group) της Επιτροπής Απασχόλησης και Κοινωνικών Υποθέσεων του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου. Εφόσον κριθεί αναγκαίο η Ομάδα Εργασίας θα επισκεφθεί την Αθήνα για να παρακολουθήσει εκ του σύνεγγυς τις διαπραγματεύσεις καθώς σύμφωνα με τον Υπουργό Εργασίας η χώρα πρέπει να επανέλθει στο ευρωπαϊκό κοινωνικό μοντέλο γιατί τα μνημόνια επέφεραν την έξοδο από αυτό.

Αν επιβεβαιωθούν οι πληροφορίες το αίτημα για περικοπές στις συντάξεις 15% – μεσοπρόθεσμα – εκτροχιάζει τους κυβερνητικούς σχεδιασμούς με βάση τις μνημονιακές δεσμεύσεις. Συγκεκριμένα, ο στόχος για περιορισμό της συνταξιοδοτικής δαπάνης κατά 2,25 δισ. ευρώ την ερχόμενη διετία αντιστοιχεί σύμφωνα με παράγοντες της ασφάλισης σε οριζόντιες περικοπές συντάξεων 6,2% για το σύνολο των συνταξιούχων. Αν περιοριστούν για τα ποσά άνω των 1.000 ευρώ θα φθάνουν στο 11%. Η κυβέρνηση επιμένει στην κόκκινη γραμμή για την προστασία των κύριων συντάξεων, αντιπροτείνοντας τη μεταρρύθμιση Κατρούγκαλου η οποία επίσης οδηγεί, σύμφωνα με τους ειδικούς της ασφάλισης, σε μεσοσταθμική μείωση 15% των νέων συντάξεων.

Το ΔΝΤ δεν έχει εκφράσει επίσημα τις απόψεις του αλλά σύμφωνα με πληροφορίες απορρίπτει την πρόταση για  αύξηση των εισφορών κατά 1,5% στον κλάδο επικούρησης επικαλούμενο την άμβλυνση της ανταγωνιστικότητας των επιχειρήσεων.

Την ίδια ώρα οι επιστημονικοί φορείς που συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους καλώντας σε συμμετοχή των μελών τους στην γενική απεργία της 4ης Φεβρουαρίου, απέρριψαν τη βελτιωμένη πρόταση του υπουργείου εργασίας για κλιμακωτές εκπτώσεις βάσει του εισοδήματος μόνο για τρία χρόνια (2017-2019). Συγκεκριμένα ο γενικός γραμματέας ασφάλισης Ν. Φράγκος, στο πλαίσιο της επιτροπής εμπειρογνωμόνων, πρότεινε στους φορείς να θεσπιστεί έκπτωση από 40% για τα χαμηλά εισοδήματα ύψους 10.000 ευρώ έως 10% για τα  εισοδήματα 50.000 ευρώ. Η τριετία υιοθετείται καθώς τα επόμενα χρόνια προβλέπονται θετικοί ρυθμοί ανάπτυξης. Οι εκπτώσεις κάθε χρόνο θα βαίνουν μειούμενες.

Ετσι, για εισοδήματα 10.000 έως 15.000 ευρώ θα παρέχεται έκπτωση 40% επί του ύψους των εισφορών με βάσει το εισόδημα. Για παράδειγμα  δικηγόρος που δηλώνει εισόδημα 13.200 ευρώ, ασφαλισμένος πριν την 1-1-1993, κατέβαλε εισφορές για το σύνολο των κλάδων 3.683,4 ενώ ασφαλισμένος μετά την 1-1-1993 με περισσότερα από 5 έτη επαγγελματικής δραστηριότητας στην 3η κατηγορία  κατέβαλε 3.953,15 ευρώ. Με την πρόταση Κατρούγκαλου θα πληρώνει 3557 ευρώ. Με την ελάφρυνση θα πληρώνει 2134,2.

Για ποσά από 15.000-20.000 θα παρέχεται 35% έκπτωση. Από 20.000-25.000 ευρώ, 30% έκπτωση και από για ποσά από 40.000-50.000 η έκπτωση θα φτάνει στο 10%.

Για παράδειγμα, επιστήμων με εισόδημα 40.800 ευρώ πλήρωνε 3683 ευρώ. Με  την κυβερνητική πρόταση θα πλήρωνε 10.996 ευρώ. Με την έκπτωση θα πληρώνει 9896.4 ευρώ.

Η βελτιωμένη πρόταση του υπουργείου δεν αφορά τους νέους επιστήμονες  για τους οποίους ανακοινώθηκαν ευνοϊκές ρυθμίσεις από τον πρωθυπουργό.

Το υπουργείο Εργασίας σε ανακοίνωσή του υπερασπίζεται τη συνέχιση του διαλόγου, τονίζοντας ότι οι τελευταίες προτάσεις είναι πρώτο πλαίσιο συζήτησης για την ελάφρυνση υπέρμετρων επιβαρύνσεων και προσθέτει: «Το υπουργείο Εργασίας, θέλοντας να εφαρμόσει ένα ασφαλιστικό σύστημα με βάση την ισονομία, τη δικαιοσύνη και τους ίδιους κανόνες για όλους τους Έλληνες, είναι έτοιμο να συζητήσει με όλες τις κοινωνικές ομάδες, με ολόκληρη την ελληνική κοινωνία, τους αγρότες, τους εργαζόμενους στο χώρο του Τύπου και άλλες επαγγελματικές ομάδες, προκειμένου η ασφαλιστική μεταρρύθμιση να λάβει υπόψη τις ιδιαιτερότητές τους.

Όλα τα παραπάνω προϋποθέτουν διάθεση αλληλοκατανόησης και συνδιαλλαγής σ’ ένα πλαίσιο δημοκρατικού διαλόγου, που θα λαμβάνει υπόψη τη συγκυρία και την οδυνηρή πραγματικότητα των εκατοντάδων χιλιάδων ανέργων, την κακή οικονομική κατάσταση της χώρας και τις αλλεπάλληλες μειώσεις των συντάξεων την τελευταία πενταετία.»

Οι επιστημονικοί φορείς συνεχίζουν τις κινητοποιήσεις τους χαρακτηρίζοντας αόριστες τις προτάσεις.  Σε επιστολή του προς τον πρωθυπουργό ο ΔΣΑ διαμαρτύρεται ότι με το προωθούμενο ασφαλιστικό σύστημα ένας ιατρός που δηλώνει ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ, θα πρέπει να καταβάλει σε φόρους και εισφορές 15.000 ευρώ.
Πηγή