Ο Πρόεδρος του Πανελληνίου Ιατρικού Συλλόγου κ. Μιχάλης Βλασταράκος συναντήθηκε… χθες στις 12.30 μ.μ., με τον Πρωθυπουργό κ. Αλέξη Τσίπρα, με τη συμμετοχή των Προέδρων του Τεχνικού Επιμελητηρίου Ελλάδος κ. Γεωργίου Στασινού και της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων Ελλάδος κ. Βασιλείου Αλεξανδρή.

«Ζήτησα από τον Πρωθυπουργό να παραμείνει ανεξάρτητο το Ταμείο μας ΕΤΑΑ, το οποίο παρότι δεν έχει πάρει μέχρι σήμερα από τον Κρατικό Προϋπολογισμό ούτε ένα ευρώ ως χρηματοδότηση, εν τούτοις εξακολουθεί να είναι βιώσιμο, παρά την απομείωση των αποθεματικών του, με διάφορους τρόπους (άτοκες καταθέσεις, δομημένα ομόλογα, PSI, κακοδιαχείριση κ.,λπ.). Το ΕΤΑΑ μπορεί να παραμείνει βιώσιμο για χρόνια στο πλαίσιο όμως της τριμερούς χρηματοδότησης. Τα ήδη υπάρχοντα αποθεματικά του Ενιαίου Ταμείου των Επιστημόνων, τα οποία ανέρχονται περίπου σε 3 δισ. ευρώ (κινητή και ακίνητη περιουσία), εισερχόμενα στη χοάνη ενός ενιαίου Ταμείου, θα χαθούν μαζί με τα υπόλοιπα, που τόσα χρόνια απομυζήθηκαν με κάθε τρόπο.

Ανέφερα στον Πρωθυπουργό ότι το 30% των αυτοαπασχολούμενων ιατρών αδυνατεί σήμερα να καταβάλει τις ήδη ισχύουσες εισφορές. Η αύξηση των εισφορών σε δυσθεώρητα ύψη (συνολικά 32% – 34% επί των καθαρών εισοδημάτων), μαζί με την υπερφορολόγηση η οποία για εφέτος αντιστοιχεί στο 35% των καθαρών εισοδημάτων, δημιουργεί μία συνολική επιβάρυνση της τάξεως του 70% επί των καθαρών εισοδημάτων. Ένας ιατρός που δηλώνει ετήσιο εισόδημα 20.000 ευρώ (είναι το δηλούμενο καθαρό εισόδημα του μέσου όρου των αυτοαπασχολούμενων ιατρών σύμφωνα με στοιχεία Υπουργείου Οικονομικών για το έτος 2014) θα πρέπει να καταβάλει σε φόρους και εισφορές 14.000 ευρώ, χωρίς να υπολογίσει τον ΕΝΦΙΑ, τα τέλη κυκλοφορίας και λοιπές φορολογικές υποχρεώσεις. Άρα απομένει ένα μικρό εισόδημα με το οποίο πρέπει να καλύψει τις ανάγκες του. Δεν επιτρέπεται στη Γαλλία, όπου δεν υπάρχει ύφεση όπως στην Ελλάδα, ένας ιατρός με εισοδήματα 40.000 ευρώ, να πληρώνει εισφορές 3.300 ευρώ και στην Ελλάδα να καλείται να πληρώσει 14.000 ευρώ.

Τόνισα στον Πρωθυπουργό ότι το Φορολογικό Νομοσχέδιο δεν συνοδεύεται από καμία μελέτη, αναλογιστική ή οικονομική, δεν αποτελεί μεταρρύθμιση, και έχει δημοσιονομικά χαρακτηριστικά.

Αποδυναμώνει το παραγωγικό δυναμικό της χώρας, αυξάνει την παραοικονομία και οδηγεί στην ανεργία, την υπαλληλοποίηση και την μετανάστευση το πιο αξιόμαχο ιατρικό προσωπικό της χώρας.

Το Σύστημα Υγείας είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το ασφαλιστικό. Νέοι ιατροί δεν υπάρχουν σε πολλές ειδικότητες για να εργαστούν στην Ελλάδα, φεύγουν στο εξωτερικό όπου και παραμένουν. Έτσι, αυξάνεται δυναμικά ο δείκτης των συνταξιούχων σε σχέση με τους εργαζόμενους ιατρούς. Είναι σχεδόν βέβαια ότι σε μικρό χρονικό διάστημα το ΕΣΥ δεν θα μπορεί να λειτουργήσει, λόγω της «γήρανσής» του (ο μέσος όρος ηλικίας των επιστημόνων είναι 60 ετών) και της μη πρόσληψης μονίμων ιατρών. Το Νοσοκομειακό Σύστημα θα καταρρεύσει και η υγεία των πολιτών θα τεθεί σε κίνδυνο.

Ζήτησα από τον Πρωθυπουργό οι υπάρχουσες εισφορές να διατηρηθούν ως έχουν και μόνο για πολύ ψηλά εισοδήματα να γίνει μία μικρή προσαύξηση προκειμένου να μπορούν να καταβάλλονται.

Θα πρέπει να αναλογιστούμε όλοι τις ευθύνες μας, να δώσουμε ζωτικό χώρο να εργαστούν οι νέοι επιστήμονες στον τόπο τους αξιοπρεπώς, συμβάλλοντας στην ανάπτυξη της χώρας.

Η Κυβέρνηση θα πρέπει να αποσύρει αυτό το Νομοσχέδιο, να αρχίσει έναν ευρύ κοινωνικό διάλογο από μηδενική βάση, προκειμένου να υπάρξει προοπτική, η οποία θα οδηγεί όχι στο κλείσιμο κάθε ατομικής δραστηριότητος, αλλά στην ενδυνάμωση των παρεχομένων υπηρεσιών.

Ο τόπος έχει ανάγκη από μεταρρυθμίσεις, οι οποίες οδηγούν στην αξιοπρεπή διαβίωση και λειτουργία και όχι στην απαξίωση και αποδυνάμωση».