Του Περικλή Ν. Ζορζοβίλη*
Ο πρωταγωνιστικός ρόλος της εγχώριας αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας αποτελεί τα τελευταία χρόνια αντικείμενο…
συχνών δηλώσεων των πολιτικών ηγεσιών του Υπουργείου Εθνικής Άμυνας (ΥΠΕΘΑ) που σχεδόν, σε όλες τις περιπτώσεις συνοδεύονται από μεγαλεπήβολους σχεδιασμούς.

Για να είμαστε όμως ακριβείς θα πρέπει να επισημάνουμε ότι στη συντριπτική πλειοψηφία τους οι δηλώσεις και οι σχεδιασμοί αναφέρονται στην κρατική αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία (Ελληνικά Αμυντικά Συστήματα – ΕΑΣ, Ελληνική Αεροπορική Βιομηχανία – ΕΑΒ και Ελληνική Βιομηχανία Οχημάτων – ΕΛΒΟ), ενώ ακόμη η ιδιωτική βιομηχανία αντιμετωπίζεται μάλλον ως συμπλήρωμα.

Όμως πέρα από προθέσεις (ας μην ξεχνάμε τη ρήση ότι «ο δρόμος για την κόλαση είναι στρωμένος με αγαθές προθέσεις) και βούληση, οποιαδήποτε στρατηγική επιβίωσης και ανάπτυξης του συγκεκριμένου οικονομικού κλάδου απαιτεί σε βάθος μελέτη και κατανόηση των συνθηκών που επικρατούν σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές βιομηχανικό επίπεδο και υψηλής ακριβείας στοχεύσεις.

Παραθέτουμε πολύ περιληπτικά μερικά βασικά δεδομένα που κατά τη γνώμη μας καθορίζουν το περιβάλλον λειτουργίας και τα χαρακτηριστικά της εγχώριας αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας:

Όλες οι ενδείξεις συντείνουν ότι η χώρα μας θα πρέπει να συνεχίσει και στο μέλλον να διατηρεί ισχυρές ένοπλες δυνάμεις. Κατά συνέπεια χρειάζεται να διαθέτει και αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία, τόσο για την υποστήριξη των αναγκών των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων (ΕΕΔ) όσο και για την «ανακύκλωση», σε όσο το δυνατόν μεγαλύτερο ποσοστό, του κόστους προμήθειας οπλικών συστημάτων, μέσων και υπηρεσιών, που καταβάλλονται, σχεδόν ολοκληρωτικά, σε προμηθευτές του εξωτερικού.

Όμως η «ανακύκλωση» θα πρέπει να έχει τη μορφή ουσιαστικής, συστηματικής και επιλεκτικής (σε ότι αφορά τους τομείς) συμμετοχής της εγχώριας βιομηχανίας στο βιομηχανικό έργο και φυσικά, σε αντίθεση με το παρελθόν, να μην περιορίζεται αποκλειστικά σε άμεση εμπλοκή με συγκεκριμένο προϊόν αλλά να επεκτείνεται σε τομείς – έργο που μπορεί να αποφέρει αυξημένο κύκλο εργασιών σε βάθος χρόνου (για παράδειγμα οι ετήσιοι ρυθμοί παραγωγής μαχητικών αεροσκαφών αποτελούν σήμερα μικρό κλάσμα της μηνιαίας παραγωγής πολιτικών αεροσκαφών).

Η συζήτηση για τη διατήρηση του κρατικού ελέγχου επί των τριών κρατικών εταιριών στερείται σημασίας και αφορά τη σφαίρα της ιδεοληψίας. Η εμπειρία αλλά και όσα βιώνουμε σήμερα αποδεικνύουν ότι η αυξημένη εμπλοκή του κράτους στην οικονομία είναι απλώς το μέσο για τη δημιουργία και διατήρηση πολιτικής ηγεμονίας («ψήφισε με για να σε διορίσω στο δημόσιο»). Το μόνο που επέτυχε η για δεκαετίες ακολουθούμενη πρακτική της τοποθέτησης κομματικά επιλεγμένων διοικήσεων είναι οι οικονομικές επιδόσεις των κρατικά ελεγχόμενων εταιριών να χαρακτηρίζονται επιεικώς ως απελπιστικές και αυτό παρά την προνομιακή μεταχείριση και δεσπόζουσα θέση στον τομέα τους (στην πράξη κρατικά μονοπώλια παραγωγής ελλειμμάτων και συσσώρευσης χρεών).

Η αναζωογόνηση των κρατικά ελεγχόμενων εταιριών, που απαιτεί εκ βάθρων αναδιάρθρωση και συνολικό επαναπροσδιορισμό, θα επέλθει μόνο με τη συμμετοχή ιδιωτικών κεφαλαίων με ταυτόχρονη ανάληψη της διοίκησης από αυτά. Εδώ θα πρέπει να σημειωθεί ότι η εμπλοκή του ιδιωτικού κεφαλαίου δεν συνεπάγεται μονοσήμαντα και τη μεταβίβαση της κυριότητας του περιουσιακού στοιχείου όπως αποδεικνύεται στην περίπτωση της Αυστραλίας αλλά και των ΗΠΑ όπου η σύμπραξη δημοσίου και ιδιωτικού τομέα αποδείχθηκε όχι μόνο εφικτή αλλά και αποτελεσματική.

Η ελληνική αμυντική βιομηχανία δεν μπορεί να μετατραπεί στο ορατό μέλλον σε μείζονα προμηθευτή κύριων οπλικών συστημάτων των Ελληνικών Ενόπλων Δυνάμεων. Δεν διαθέτει τις δυνατότητες σχεδίασης, ανάπτυξης, πιστοποίησης και παραγωγής που απαιτούνται, ούτε είναι διαθέσιμοι οι οικονομικοί πόροι για να πραγματοποιηθούν οι τεράστιες επενδύσεις που απαιτούνται. Αλλά ακόμα και στην περίπτωση που αυτό θα ήταν δυνατό γίνεται εύκολα αντιληπτό ότι η εσωτερική αγορά δεν διαθέτει επαρκές μέγεθος για τη συντήρηση και περαιτέρω ανάπτυξης της. Κατά συνέπεια θα πρέπει να αναζητηθούν άλλες πηγές ανάθεσης βιομηχανικού έργου και η μοναδική επιλογή είναι η εξαγωγική δραστηριότητα.

Μετά έξι χρόνια οξείας οικονομικής κρίσης οι ελληνικές ιδιωτικές εταιρίες που επιβίωσαν το επέτυχαν λόγω των ιδιαίτερων χαρακτηριστικών, δυνατοτήτων, και δεξιοτήτων τους. Με άλλα λόγια αφού επιβίωσαν «δια πυρός και σιδήρου» μπορούν να θεωρηθούν ως σταθερή βάση σχεδιασμού της περαιτέρω ανάπτυξης. Φυσικά οι αντοχές τους δεν είναι απεριόριστες και κατά συνέπεια θα πρέπει να ληφθούν άμεσα μέτρα για τη στήριξη τους. Ευτυχώς το ΥΠΕΘΑ και ειδικότερα η Γενική Διεύθυνση Αμυντικών Επενδύσεων και Εξοπλισμών (ΓΔΑΕΕ) φαίνεται ότι επιτέλους αντιλήφθηκαν ότι η αξιοποίηση των συσσωρευμένων ανεκτέλεστων προγραμμάτων αντισταθμιστικών ωφελημάτων μπορεί να αποφέρει σημαντικό βιομηχανικό έργο και μάλιστα χωρίς να επιβαρύνει τον αμυντικό προϋπολογισμό.

Σχεδόν όλες οι μεγαλύτερες αμυντικές και αεροδιαστημικές βιομηχανίες στον κόσμο είναι ιδιωτικές εταιρίες.

Παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας ο βαθμός «παγκοσμιοποίησης» της είναι σημαντικός. Κάτω από τον κύριο κατασκευαστή ενός συστήματος συγκεντρώνεται πολύ μεγάλος αριθμός υποκατασκευαστών διαφόρων επιπέδων από διάφορες χώρες. Ταυτόχρονα, εξαγορές, συγχωνεύσεις και συνεργασίες σε εθνικό, περιφερειακό και διεθνές επίπεδο όχι μόνο μεταβάλλουν δραματικά τον χάρτη και τις ισορροπίες αλλά αυξάνουν κατακόρυφα και το επίπεδο ανταγωνισμού. Κλασικά παραδείγματα αποτελούν οι εξελίξεις στην αμερικανική αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία και στην Ευρώπη, ο όμιλος Airbus που πλέον κυριαρχεί στην παγκόσμια αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία.

Ας σημειωθεί ότι η δημιουργία του ευρωπαϊκού ανάλογου του στον τομέα των χερσαίων αμυντικών συστημάτων άρχισε με τη συνένωση της γαλλικής Nexter με τη γερμανική Krauss-Maffei Wegmann (KMW). Φυσικά αντίστοιχες εξελίξεις θα πρέπει να αναμένονται και στον τομέα της ευρωπαϊκής ναυπηγικής βιομηχανίας. Κατά συνέπεια η εγχώρια αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία δεν μπορεί αφενός να επιβιώσει και αφετέρου να αναπτυχθεί χωρίς να ολοκληρωθεί ή να συνεργαστεί με την παγκόσμια βιομηχανία.

Η πεμπτουσία της αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας, όπως και κάθε άλλου βιομηχανικού κλάδου είναι η πνευματική ιδιοκτησία, δηλαδή η δυνατότητα σχεδίασης, ανάπτυξης, παραγωγής, δοκιμής και πιστοποίησης προϊόντων. Χωρίς ιδίας σχεδίασης και ανάπτυξης προϊόντα οι επιλογές επιβίωσης και περαιτέρω ανάπτυξης είναι πολύ περιορισμένες.

Στη βάση των ανωτέρω οι διαθέσιμες ουσιαστικές επιλογές για την επιβίωση και περαιτέρω ανάπτυξη της ελληνικής αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας είναι κατά την άποψη μας, οι κάτωθι:

Η μέγιστη δυνατή συνεργασία και συγχρονισμός της εγχώριας βιομηχανίας με τις ΕΕΔ. Οι κατανεμημένες κατά προτεραιότητα ανάγκες των ΕΕΔ σε βάθος χρόνου (πενταετία και δεκαπενταετία) θα πρέπει έγκαιρα να γνωστοποιούνται στη βιομηχανία ώστε να αποτελούν και τις γενικές κατευθύνσεις ανάπτυξης εγχώριων βιομηχανικών και τεχνολογικών δυνατοτήτων. Επίσης η διαδικασία αυτή θα επιτρέψει και τον συγχρονισμό της εγχώριας έρευνας και ανάπτυξης που μπορεί να χρηματοδοτηθεί από πολλές πηγές (ιδιαίτερα στην περίπτωση τεχνολογιών «διπλής χρήσης») ώστε οι ανάγκες να καλυφθούν πλήρως ή σε κάποιο βαθμό από εγχώριας σχεδίασης συστήματα – προϊόντα.

Ένας άλλος τομέας είναι η παροχή υπηρεσιών υποστήριξης, συντήρησης και εκπαίδευσης από την εγχώρια βιομηχανία στις ΕΕΔ. Πλέον οι ΕΕΔ θα πρέπει να αποφασίσουν τι ποσοστό συντήρησης, υποστήριξης και εκπαίδευσης θα διατηρήσουν ως οργανική δυνατότητα και τι θα εκχωρήσουν στη βιομηχανία. Υπηρεσίες λογιστικής υποστήριξης με βάση την επίδοση (PBL: Performance Based Logistics), θα μειώσουν το κόστος, θα αυξήσουν την ποιότητα των παρεχομένων υπηρεσιών και ταυτόχρονα θα καταστούν ελκυστικές σε άλλους χώρες.

Η ολοκλήρωση – διασύνδεση της εγχώριας με την παγκόσμια αμυντική και αεροδιαστημική βιομηχανία. Σε ατομικό επίπεδο αρκετές ελληνικές ιδιωτικές βιομηχανίες έχουν ήδη επιτύχει να καθιερωθούν ως υποκατασκευαστές ξένων οίκων παρά το γεγονός ότι τα σχετικά ελληνικά προγράμματα που απετέλεσαν το αίτιο εμπλοκής τους έχουν προ πολλού ολοκληρωθεί. Το συγκεκριμένο επίτευγμα αποτελεί αδιαμφισβήτητη απόδειξη της υψηλής ποιότητας παραγωγής και της ισχυρής ανταγωνιστικότητας τους. Επίσης αρκετές ελληνικές βιομηχανίες έχουν καταφέρει αξιοσημείωτες εξαγωγικές επιτυχίες.

Οι επιδόσεις αυτές θα πρέπει να ενισχυθούν και να υποστηριχθούν από τις κρατικές υπηρεσίες σε τεχνικό επίπεδο και οι διεθνείς σχέσεις της χώρας να συμπεριλάβουν ως ενεργό συστατικό την αμυντική βιομηχανική συνεργασία. Το φαινόμενο αρχηγών κρατών και υψηλόβαθμων αξιωματούχων που δρουν ως εμπορικοί αντιπρόσωποι της βιομηχανίας τους είναι αρκούντως διδακτικό για το πως οι κύριες βιομηχανικές δυνάμεις αντιλαμβάνονται τη στήριξη του κράτους στη βιομηχανία αλλά και για την αποτελεσματικότητα της μεθόδου.

Η απόκτηση πνευματικής ιδιοκτησίας. Η σχεδίαση, ανάπτυξη, δοκιμή και πιστοποίηση προϊόντων αποτελεί διαδικασία η οποία απαιτεί οικονομικούς πόρους, δημιουργία σχετικών υποδομών (σχεδίασης, ανάπτυξης, πιστοποίησης και παραγωγής) και αυστηρή εφαρμογή διαδικασιών. Είναι αυτονόητο ότι η απόκτηση πνευματικής ιδιοκτησίας σε όλο το εύρος των προϊόντων αμυντικής τεχνολογίας εκφεύγει των οικονομικών, τεχνολογικών και πληθυσμιακών δυνατοτήτων της χώρας.

Όμως η επιλογή συγκεκριμένων τομέων στη βάση των διαθέσιμων δυνατοτήτων σε υποδομές και ανθρώπινο κεφάλαιο, των εγχώριων αναγκών αλλά και των τάσεων της διεθνούς αγοράς μπορεί να οδηγήσει στην ανάπτυξη «εθνικών πρωταθλητών» που θα μπορούν να διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο και στις διαδικασίες ενοποίησης – ολοκλήρωσης που λαμβάνουν χώρα σε ευρωπαϊκό και παγκόσμιο επίπεδο. Σημαντική υποβοήθηση στην απόκτηση πνευματικής ιδιοκτησίας αποτελεί και η αυστηρά επιλεκτική αλλά ουσιαστική συμμετοχή της χώρας σε πολυεθνικά προγράμματα σχεδίασης και ανάπτυξης (όπως το μη επανδρωμένο αερόχημα μάχης Neuron) στο πλαίσιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, του ΝΑΤΟ ή των διμερών σχέσεων.

Η προσέλκυση ξένων ιδιωτικών επενδύσεων. Όπως αναφέρθηκε το μέγεθος της εσωτερικής αγοράς δεν επαρκεί για τη συντήρηση της εγχώριας βιομηχανικής και τεχνολογικής βάσης αλλά από την άλλη πλευρά δεν είναι και αμελητέο. Οι ΕΕΔ αποτελούν έναν από τους μεγαλύτερους ποσοτικά χρήστες ορισμένων κατηγοριών κύριων οπλικών συστημάτων και με βάση την προβλεπόμενη εξέλιξη του περιβάλλοντος άμυνας και ασφάλειας της χώρας θα συνεχίσουν να είναι και στο μέλλον. Σε συνδυασμό με τη κομβική γεωγραφική θέση της, τη συμμετοχή της σε υπερεθνικούς οργανισμούς και τις διεθνείς σχέσεις της, η χώρα μπορεί να αποτελέσει ελκυστικό «ορμητήριο» για μεγάλους οίκους του εξωτερικού που στη συντριπτική τους πλειοψηφία λόγω της πίεσης που αντιμετωπίζουν οι αμυντικοί προϋπολογισμοί των χωρών προέλευσης κινούνται επιθετικά σε παγκόσμιο επίπεδο.

Κατά την άποψη μας η διαδικασία προσέλκυσης ξένων ιδιωτικών επενδύσεων θα υποβοηθηθεί σημαντικά από την ιδιωτικοποίηση των κρατικά ελεγχόμενων εταιριών. Σε αυτή την περίπτωση το παράδειγμα της Αυστραλίας όπου η ενσωμάτωση της λειτουργίας κρατικής ιδιοκτησίας παραγωγικών εγκαταστάσεων σε μία καθιερωμένη παγκόσμια εφοδιαστική αλυσίδα αποτελεί απαράβατο όρο για τον προμηθευτή που επιθυμεί να αναλάβει τη διοίκηση και λειτουργία της, χρήζει μελέτης και υιοθέτησης.

Παρά το γεγονός ότι η ανάπτυξη της εγχώριας αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας απόλεσε πολλές ευκαιρίες τις προηγούμενες δεκαετίες, εν τούτοις η κατάσταση είναι αναστρέψιμη. Όμως σήμερα, που τα περιθώρια έχουν σχεδόν εξαντληθεί, οι γενικόλογες – θεωρητικές διακηρύξεις δεν πρόκειται να λύσουν το πρόβλημα – αδιέξοδο της εγχώριας αμυντικής και αεροδιαστημικής βιομηχανίας. Απαιτούνται πολύ συγκεκριμένες δράσεις στη βάση ενός ρεαλιστικού σχεδίου και οι οποίες μάλιστα θα πρέπει να υλοποιηθούν στον ταχύτερο δυνατό χρόνο.