«Είναι μια σχεδόν σιωπηλή ερμηνεία ενώ ο χαρακτήρας που υποδύομαι έπρεπε να αποτελεί το όχημα της αφήγησης χωρίς λόγια. Αντίθετα, έχω ερμηνεύσει πολλούς απίστευτα… εκφραστικούς χαρακτήρες στο παρελθόν…».

Ο «λύκος» του σινεμά επιστρέφει στην αρένα των Οσκαρ

Σε ένα βίντεο που κυκλοφορεί με τους φετινούς υποψήφιους για Οσκαρ ηθοποιούς να σχολιάζουν τι καθιστά τους ρόλους τους ξεχωριστούς, ο Λεονάρντο Ντι Κάπριο δίνει τη δική του εκτίμηση.

Στην «Επιστροφή», ο Χιου Γκλας, κυνηγός γούνας και ανιχνευτής στην Αμερική του 1820 που παραμένει ζωντανός κάτω από τις πιο αντίξοες συνθήκες στη φύση, τον έχει στέψει το απόλυτο οσκαρικό φαβορί. Υστερα από τέσσερις άκαρπες υποψηφιότητες για Οσκαρ για τις ταινίες «Τι βασανίζει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ» (1993), «Ιπτάμενος κροίσος» (2004), «Ματωμένο διαμάντι» (2006) και «Ο λύκος της Γουόλ Στριτ» (2013) -για την τελευταία μετρά συν μία υποψηφιότητα για Οσκαρ καλύτερης ταινίας ως παραγωγός-, ήρθε η ώρα να ανέβει στη σκηνή ως νικητής για μια ερμηνεία καθολικά σωματική.

Είναι εντυπωσιακό πως στη διάρκεια 22 χρόνων, ο Ντι Κάπριο, 41 ετών σήμερα, μετράει πέντε υποψηφιότητες για Οσκαρ ερμηνείας, ενώ κατέχει τρεις Χρυσές Σφαίρες. Στην απονομή των Οσκαρ του 2014 έφτασε πολύ κοντά στην πηγή, αλλά ο Μάθιου ΜακΚονάχι ως «νέα αποκάλυψη» είχε το πάνω χέρι. Τις υπόλοιπες φορές ο αγαπημένος σταρ του κοινού φάνηκε ότι δεν είχε πείσει τους ψηφοφόρους της Ακαδημίας.

«Τιτανικός»

Ο Ντι Κάπριο ξεκίνησε από παιδί τη διαδρομή του, ταυτίστηκε με τον «Τιτανικό», το ιερό τοτέμ των μπλοκμπάστερ, για να συνδυάσει αργότερα το εμπορικό με την ποιότητα.

Παιδί ακόμα όταν έπαιζε σε τηλεοπτικές διαφημίσεις και σειρές, πραγματοποίησε το κινηματογραφικό του ντεμπούτο το ’91, στα 17 του, στο θρίλερ τρόμου «Κρίτερς Νο3». Ενας μικρός ρόλος στη σειρά «Growing pains» του χάρισε ουσιαστικά το κινηματογραφικό του διαβατήριο.

Ετσι, υποδύθηκε τον γιο του βάρβαρου Ρόμπερτ Ντε Νίρο στις «Αγεφύρωτες σχέσεις» (1993) και τον μικρότερο, με διανοητικά προβλήματα, αδελφό του Τζόνι Ντεπ στο «Τι βασανίζει τον Γκίλμπερτ Γκρέιπ», αποσπώντας μόλις στα 20 του την πρώτη του υποψηφιότητα για Οσκαρ β’ ρόλου. Αυτοί οι δύο ρόλοι έκριναν τη στόφα του Ντι Κάπριο και τη μακρά διαδρομή του.

Με τις «Σταγόνες αγάπης» (1996) «έκλεισε» μια παραλλαγή του πρώιμου κινηματογραφικού του προφίλ πάνω σε χαρακτήρες που εξαναγκάζονται στην ενηλικίωση. Κατόπιν ήρθε η εμπορική περίοδος. Ως νέος και όμορφος, ο Ντι Κάπριο έγινε Ρωμαίος στο «Romeo + Juliet» και μετανάστης Τζακ που πεθαίνει από αγάπη για την Κέιτ Γουίνσλετ στον «Τιτανικό».

Η τεράστια παγκόσμια επιτυχία του τελευταίου τον εκτίναξε στον σούπερ σταρ «Λίο» των απανταχού νεαρών φαν και φάνηκε να τον εγκλωβίζει. Πέρα από την εμπορική περιπέτεια εποχής «Ο άνθρωπος με τη σιδερένια μάσκα», έναν σύντομο ρόλο στις «Διασημότητες» του Γούντι Αλεν και το τυχοδιωκτικό ταξίδι του στην «Παραλία» του Ντάνι Μπόιλ, το ταλέντο του παρέμεινε σε ύπνωση.

Η μεγάλη στροφή έγινε μέσα από τη συνεργασία του με τον δάσκαλο Μάρτιν Σκορσέζε. Στις «Συμμορίες της Νέας Υόρκης» (2002) υποδύθηκε τον γιο ενός Ιρλανδού μετανάστη που επιζητά εκδίκηση. Στον «Ιπτάμενο κροίσο» (2004) ενσάρκωσε τον δισεκατομμυριούχο Χάουαρντ Χιουζ. Στον «Πληροφοριοδότη» (2006), έναν μυστικό αστυνομικό στους κόλπους της ιρλανδικής μαφίας. Στο «Νησί των καταραμένων» (2010), έναν ψυχικά διαταραγμένο χήρο και στον «Λύκο της Wall Street» (2013) τον αυτοδημιούργητο χρηματιστή και απατεώνα Τζόρνταν Μπέλφορτ.

Στο ενδιάμεσο, ο Ντι Κάπριο δεν πήρε ανάσα, παίζοντας για τους καλύτερους: «Πιάσε με αν μπορείς» του Στίβεν Σπίλμπεργκ, «Ματωμένο διαμάντι» του Εντ Ζούικ, «Η πλεκτάνη» του Ρίντλεϊ Σκοτ, «Inception» του Κρίστοφερ Νόλαν, «Django, ο τιμωρός» του Κουέντιν Ταραντίνο. Με μια ευρύτατη γκάμα κοτσονάτων χαρακτήρων στις αποσκευές του, ξεγλιστρούσε από τον έναν ήρωα στον άλλον: σύζυγος σε υπό κατάρρευση γάμο στον «Δρόμο της επανάστασης», Τζέι Εντγκαρ Χούβερ στη βιογραφία του Κλιντ Ιστγουντ, μέχρι και αστραφτερός «Υπέροχος Γκάτσμπι».

Με όχημα ένα εντυπωσιακό ταμπλό πολύπλευρων ηρώων, ο Ντι Κάπριο ολοκληρώνει τώρα μια εντυπωσιακή διαδρομή. Και όλα δείχνουν ότι η Ακαδημία θα τον τιμήσει ως ένα από τα ανθεκτικότερα ταλέντα που έθρεψε ποτέ το αμερικανικό σινεμά.