Στις 22 Ιανουαρίου 1891, ο Αντόνιο Γκράμσι, μία από τις σημαντικότερες φυσιογνωμίες του διεθνούς κομμουνιστικού κινήματος και ηγετική…
φυσιογνωμία της Ιταλικής Αριστεράς, ήρθε στη ζωή.

Ο Γκράμσι ανήκει στην κατηγορία των ανθρώπων που προκαλούν ερμηνείες, τις οποίες το έργο του περιπαίζει. Οι αποκλίσεις του από τη σοβιετική εκδοχή του κομμουνισμού, ήδη το 1926, τον τοποθετούν στο περιθώριο της ορθοδοξίας του κομμουνιστικού κινήματος του Μεσοπολέμου, χωρίς όμως να τον εντάσσουν στο πλήθος εκείνων που διαφώνησαν οριστικά με την Τρίτη Διεθνή και βρέθηκαν αφορισμένοι. Μαρξιστής βεβαίως, αλλά ιδιόρρυθμος, ο Γκράμσι θεωρείται μεγάλος λενινιστής από πολλούς, ενώ οι άλλοι, που δεν είναι λιγότεροι, τον θεωρούν αναθεωρητή. Αγαλμα τώρα πια, ο μεγάλος ιταλός στοχαστής και πολιτικός έχει γίνει αντικείμενο, ίσως και έρμαιο, των θεωρητικών μας ορέξεων.

Οι απότομες και βαθιές πολιτικές και θεωρητικές ρήξεις που χαρακτηρίζουν την πράξη και τις αναλύσεις του στις διάφορες περιόδους της δράσης του εξακολουθούν να τροφοδοτούν τις συζητήσεις γύρω από την ενότητα της σκέψης του, ενώ η δημοσίευση – ακρωτηριασμένη, σύμφωνα με τους ειδικούς – των περίφημων Γραπτών της φυλακής από τον Παλμίρο Τολιάτι μεταμορφώνει τον Γκράμσι σε πρόδρομο της πολιτικής του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας.

Σε παρόμοιες συνθήκες ο θώκος είναι πάντα έτοιμος: λείπει, συνήθως, αυτός που θα τον καταλάβει. Στην προκειμένη περίπτωση η μοίρα διάλεξε τον Γκράμσι: θα γίνει ο θεωρητικός του ιταλικού δρόμου για τον σοσιαλισμό, σχεδόν ο δυτικός προάγγελος του 20ού Συνεδρίου του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Στα τέλη της δεκαετίας του ’60 θα αποτελέσει το μήλο της Εριδας ανάμεσα στους θιασώτες και τους αντιπάλους του ιστορικού συμβιβασμού και αργότερα, μέσα στην κρίση του μαρξισμού, θα πρωταγωνιστήσει στη συζήτηση για το τέλος των ιδεολογιών. Με δυο λόγια ο Γκράμσι έγινε ένας από τους οπαδούς του «γκραμσισμού», σε σημείο που είναι εξαιρετικά δύσκολο να αποσπάσει κανείς το έργο του από τις βαριές ερμηνείες που το συνοδεύουν ή και το εγκλωβίζουν ακόμη. Παρ’ όλα αυτά, σημαντικοί μελετητές, στον μόχθο των οποίων μπορούμε να στηριχτούμε, επιχειρούν να εξιχνιάσουν τον πολυσήμαντο αυτόν άνθρωπο και την πολυκύμαντη ζωή του.

Ποιος ήταν ο Γκράμσι;

Η πολιτική δράση του Γκράμσι ξεκίνησε το 1913. Γεννημένος το 1891 στη Σαρδηνία σε φτωχή πολυμελή οικογένεια δημοσίων υπαλλήλων, σπουδάζει, υπότροφος, φιλολογία στο Τορίνο, όπου σχετίζεται με σοσιαλιστικούς κύκλους. Πολέμιος του θετικισμού που κυριαρχεί στο Σοσιαλιστικό Κόμμα, υπερασπίζεται τη φιλοσοφία της πράξης και στο ρηξικέλευθο άρθρο του Η επανάσταση εναντίον του Κεφαλαίου υμνεί τη δύναμη της συλλογικής βούλησης των μπολσεβίκων και τη «ζωοποιό σκέψη του Μαρξ», τις οποίες αντιπαραθέτει στην αρτηριοσκλήρωση των σχολιαστών του Κεφαλαίου. Ο βολονταρισμός που σφραγίζει τη σκέψη του αυτή την περίοδο τον οδηγεί να ορίσει τον μαρξισμό ως «φιλοσοφία της πράξης», όπου η σκέψη ταυτίζεται με τη δράση και η φιλοσοφία με την ιστορία. Παράλληλα τον βασανίζει η διαπαιδαγώγηση της εργατικής τάξης. Αν ο σοσιαλισμός αποτελεί κοσμοθεωρία και ολοκληρωμένη αντίληψη της ζωής, η διαπαιδαγώγηση του προλεταριάτου δεν μπορεί να είναι έργο του δεσποτισμού των διανοουμένων, αλλά πρέπει να θεμελιωθεί στη βάση της σωκρατικής πρακτικής σύμφωνα με την οποία «εργάτες και διανοούμενοι θα είναι ταυτοχρόνως δάσκαλοι και μαθητές». Από τη σκοπιά αυτή ο σοσιαλισμός αποτελεί ένα είδος αντιχριστιανικής θρησκείας στην οποία θα θεμελιωθούν μια νέα κουλτούρα και ένας νέος πολιτισμός. Το πρότυπο είναι η ρωσική επανάσταση, η οποία είναι κοινωνική και πνευματική επανάσταση, αυθεντικά προλεταριακή, στο μέτρο που ηγέτης του κινήματος είναι το προλεταριάτο, το οποίο επιβάλλει τη δική του αντίληψη για την εξουσία: ενότητα οικονομίας και πολιτικής με θεμέλιο τα σοβιέτ και καταστροφή του κράτους και της αστικής τάξης πραγμάτων.

Η εξομολόγηση στην αδελφή του

Οι αντιλήψεις αυτές, υπεραισιόδοξες και βολονταριστικές, απομονώνουν τον Γκράμσι και τον οδηγούν σε μια προσωπική κρίση, όπως το εξομολογείται στην αδελφή του Γκρατσιέτα το 1916: «Εζησα δύο χρόνια εκτός κόσμου. Κάπως σαν σε όνειρο. Αφησα να σπάσουν ένα ένα τα νήματα που με ένωναν με τον κόσμο και τους ανθρώπους. Επί δύο χρόνια έζησα μόνο για τον εγωισμό μου, για τον εγωιστικό μου πόνο… Αλλά δούλεψα. Ισως πάρα πολύ, περισσότερο από όσο μου το επέτρεπαν οι δυνάμεις μου». Καρπός αυτής της εργασίας το σύνθημα που θα τον συνοδεύει σε όλη του τη ζωή: απαισιοδοξία στη σκέψη, αισιοδοξία στην πράξη. Ταυτοχρόνως η ίδρυση της επιθεώρησης «Ordine Nuovo» και η εγκαθίδρυση των πρώτων εργατικών συμβουλίων στο εργοστάσιο της Φίατ. Τα συμβούλια αυτά είναι για τον Γκράμσι η πραγματική εργατική δημοκρατία, η οποία αποκρούει τόσο τις συνδικαλιστικές συντεχνίες όσο και τη γραφειοκρατία. Οι θέσεις αυτές συναντούν πολυάριθμες και βίαιες αντιδράσεις με αιχμή την αντίθεση ανάμεσα στα εργατικά συμβούλια και τα συνδικάτα. Ο Γκράμσι κατηγορείται για αναρχικές τάσεις και βρίσκεται απομονωμένος στο εσωτερικό του σοσιαλιστικού κινήματος.

Μέσα σε κλίμα πολύπλοκων ιδεολογικών και πολιτικών συγκρούσεων που δεν είναι δυνατόν, για προφανείς λόγους, να αναφερθούν εδώ, ο Γκράμσι αποφασίζει, αλλά δεν είναι πια μόνος του, ότι το εργατικό κίνημα στην Ιταλία πρέπει να αλλάξει βάση. Το 1920 είναι ο κύριος συντάκτης της πρότασης Για την ανανέωση του Σοσιαλιστικού Κόμματος, την οποία θα κάνει αποδεκτή ο Λένιν στο ΙΙ Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς. Στις 28 και 29 Νοεμβρίου του ίδιου έτους συμμετέχει στην επίσημη ίδρυση της κομμουνιστικής φράξιας του Σοσιαλιστικού Κόμματος, ενώ στις 21 Ιανουαρίου 1921, μία ημέρα πριν από τα εικοστά του γενέθλια, συμμετέχει στην ίδρυση του Κομμουνιστικού Κόμματος της Ιταλίας, στην κεντρική επιτροπή του οποίου εκλέγεται μέλος, αλλά και εκπρόσωπός του στη Διεθνή.

Πριν αναχωρήσει για τη Μόσχα, ο Γκράμσι είναι ένας από τους ελάχιστους – αν όχι ο μοναδικός – που θεωρεί ότι πρώτιστο πολιτικό καθήκον του κόμματος είναι ο αγώνας εναντίον του φασισμού. Στο άρθρο του Ο Λαός των πιθήκων, στις 2 Ιανουαρίου 1921, υπογραμμίζει την αναγκαιότητα να αντιμετωπισθεί σοβαρά το φασιστικό κίνημα, κοινωνική βάση του οποίου θεωρεί τη μικροαστική τάξη και την ιδεολογία της. Επιπλέον, κρίνει αναγκαία την ενσωμάτωση στην πάλη εναντίον του φασισμού μη κομμουνιστικών δυνάμεων, προβλέποντας έτσι τη στρατηγική του Λαϊκού Μετώπου στη Γαλλία.

Τα γράμματα της φυλακής

Οι τελευταίες δημόσιες πολιτικές θέσεις του Γκράμσι πριν από τη σύλληψη και τη φυλάκισή του τον Νοέμβριο του 1926 σχετίζονται με τις ιδεολογικές συγκρούσεις στο εσωτερικό του Σοβιετικού Κομμουνιστικού Κόμματος. Χωρίς να κρύψει στην αρχή τη συμπάθειά του για τον Τρότσκι, τον οποίο θεωρεί τον πραγματικό εκπρόσωπο της αριστερής τάσης του κόμματος, ο Γκράμσι συντάσσεται τελικά, όχι χωρίς σοβαρούς ενδοιασμούς, με τις θέσεις της σταλινικής πλειοψηφίας, τόσο ως προς τα οργανωτικά προβλήματα (μπολσεβικοποίηση και πάλη εναντίον των τάσεων) όσο και ως προς τα στρατηγικά (οικοδόμηση του σοσιαλισμού σε μια χώρα).

Ηδη από το 1923 το φασιστικό καθεστώς έχει εκδώσει ένταλμα σύλληψης εναντίον του Γκράμσι που συλλαμβάνεται το 1926 και καταδικάζεται το 1928 σε φυλάκιση 20 ετών, 4 μηνών και 5 ημερών. Αυτό κι αν είναι ακριβοδίκαιη απόφαση! Στη φυλακή, πάντως, παρά τη διαταγή του εισαγγελέα: «αυτό το μυαλό πρέπει να πάψει να δουλεύει για είκοσι χρόνια», ο Αντόνιο Γκράμσι, απότακτος, και σκέφτεται και γράφει. Ισως το σημαντικότερο μέρος του έργου του, Τα γράμματα της φυλακής και τα περίφημα Τετράδια. Γύρω στις 3.000 σελίδες που εφορμούν σε τρεις κατευθύνσεις.

Πρώτα πρώτα στον ιστορικό στοχασμό γύρω από την ιταλική κοινωνία και το τεράστιο βάρος που ασκεί σ’ αυτήν η Εκκλησία και το Βατικανό. Στη συνέχεια γύρω από τον μαρξισμό ως φιλοσοφία της πράξης και κοσμοθεωρία της εργατικής τάξης. Τέλος, οι σπαρακτικές σημειώσεις γύρω από τον Μακιαβέλι, η σκιά του οποίου μοιάζει να απαλύνει τον πόνο του κομμουνιστή ηγέτη. Στις σημειώσεις αυτές ο Γκράμσι καλεί το Κομμουνιστικό Κόμμα να εργαστεί ώστε να γίνει ο σύγχρονος Ηγεμόνας που θα θεμελιώσει έναν νέο τύπο κράτους. Ο Αντόνιο Γκράμσι πέθανε από εσωτερική αιμορραγία, τέσσερις μέρες ύστερα από την απελευθέρωσή του, στις 27 Απριλίου 1937.

* Άρθρο του Γεράσιμου Βώκου, καθηγητή Φιλοσοφίας στο ΑΠΘ, από το «Βήμα»

Πηγή