Αν νομίζετε ότι το μόνο που αφήνουμε είναι δακτυλικά αποτυπώματα, όταν αγγίζουμε κάτι, ξανασκεφθείτε το… Μία νέα μελέτη αποκαλύπτει ότι αφήνουμε και μια χαρακτηριστική… κουστωδία μικροβίων, που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν μέχρι και για την… επίλυση αξιόποινων πράξεων!

Επιστήμονες από το Πανεπιστήμιο του Κολοράντο, στο Μπάλντερ, κατόρθωσαν να χαρτογραφήσουν την μοναδική, βακτηριακή, γενετική «υπογραφή» εννέα διαφορετικών εθελοντών, καθώς και να επιβεβαιώσουν ότι το βακτηριακό DNA αντέχει στον χρόνο, στις αλλαγές της θερμοκρασίας και στο φως του ήλιου.

«Ο καθένας από εμάς αφήνει πίσω του μια χαρακτηριστική γραμμή μικροβίων, καθώς διάγει την καθημερινή ζωή του», λέει ο επικεφαλής ερευνητής δρ Νόα Φάιρερ. «Αν και η εργασία αυτή βρίσκεται ακόμα στο προκαταρκτικό στάδιό της, εκτιμούμε ότι τελικά η τεχνική μας θα αποτελέσει ένα πολύτιμο νέο εργαλείο στην υπηρεσία της ιατροδικαστικής έρευνας».

Η επιστημονική κοινότητα έχει συνειδητοποιήσει δεκαετίες τώρα ότι ο άνθρωπος αποικείται από δισεκατομμύρια μικρόβια, τόσο στο εσωτερικό, όσο και στο εξωτερικό του σώματός του. Και μελέτες έχουν δείξει ότι οι αποικίες αυτές είναι μοναδικές όχι μόνον για κάθε άνθρωπο ξεχωριστά, αλλά και για κάθε τμήμα του σώματός του ξεχωριστά.

Ο δρ Φάιρερ και οι συνεργάτες του θέλησαν να μάθουν την έκταση των «αποτυπωμάτων» από τα πιο καλοήθη βακτήρια. Έτσι, πήραν δείγματα από τα πληκτρολόγια και τα «ποντίκια» των ηλεκτρονικών υπολογιστών των εννέα εθελοντών _ και αναλύοντάς τα κατάλαβαν ότι όχι μόνον υπάρχει ένα μοναδικό βακτηριακό «αποτύπωμα» για τον καθένα, αλλά και ότι αυτό είναι ιδιαίτερα ανθεκτικό.

Σε κάθε έναν από τους εννέα, κατόρθωσαν να αποδείξουν ότι το DNA από τα πληκτρολόγια και τα «ποντίκια» ταίριαζε με το DNA των βακτηρίων που συνέλλεξαν από τα χέρια των εθελοντών και ότι, την ίδια στιγμή, δεν ταίριαζε με κανενός άλλου εθελοντή τα χέρια.

Η τεχνική που επινόησαν είχε ποσοστό επιτυχίας 70-90%, γράφουν οι ερευνητές στο τεύχος της 15ης Μαρτίου της αμερικανικής επιθεώρησης «Proceedings of the National Academy of Sciences» (PNAS).

Η ίδια ερευνητική ομάδα είχε ανακαλύψει σε προγενέστερη ερευνητική εργασία ότι ο μέσος άνθρωπος φέρει περίπου 150 βακτηριακά είδη στα χέρια του, και ότι δύο οποιοιδήποτε άνθρωποι έχουν κοινό μόλις το 13% αυτών των διαφορετικών βακτηριακών ειδών.

«Αμέσως μετά από αυτή την ανακάλυψη, το εύλογο ερώτημα ήταν κατά πόσον θα μπορούσαμε να εντοπίσουμε ποιος είχε αγγίξει συγκεκριμένα αντικείμενα», λέει ο δρ Φάιρερ. «Και όταν πλέον είδαμε ότι αυτό ήταν εφικτό, θελήσαμε να εξακριβώσουμε εάν το βακτηριακό “αποτύπωμα” έχει διάρκεια _ και πόση είναι αυτή».

Για να απαντήσουν το τελευταίο ερώτημα, οι ερευνητές άφησαν επί 2 εβδομάδες εκτεθειμένα στον αέρα τα βακτήρια που είχαν απομονώσει από τα δείγματα. Παρ’ ότι πίστευαν ότι τα βακτήρια θα διασπώνταν, αυτό δεν συνέβη. «Αυτό πραγματικά μας εξέπληξε, διότι δεν μπορούσαμε να αντιληφθούμε πόσο ανθεκτικά είναι τελικά αυτά τα μικροσκοπικά όντα».

Οι ερευνητές κατόρθωσαν να πραγματοποιήσουν την έρευνά τους χάρη στις ταχύτατες εξελίξεις στις τεχνικές και στον εξοπλισμό που χρησιμοποιείται για την καταγραφή της αλληλουχίας του DNA. Ήδη έχουν αρχίσει ένα μεγαλύτερο ερευνητικό πρόγραμμα, στο οποίο καταγράφουν την αλληλουχία του DNA όλων των μικροβίων που ζουν στο δέρμα, στη μύτη, στα μαλλιά, στα αυτιά και στην πεπτική οδό των ανθρώπων.

Το ανθρώπινο σώμα διαθέτει όλ’ αυτά τα μικρόβια επειδή τον βοηθούν να επιτελεί πολλές ζωτικές λειτουργίες _ από την πέψη και τον μεταβολισμό των τροφίμων έως την προστασία από δερματικά νοσήματα. Σε αντίθεση, εξάλλου, με τα μικρόβια που δεν υπάρχουν εκ φύσεως στο σώμα μας, αλλά μας επιτίθενται για να μας αρρωστήσουν, τα φυσικά βακτήρια δεν υποκύπτουν στα συνήθη μέτρα ατομικής υγιεινής. «Οι βακτηριακές αποικίες στις παλάμες μας αποκαθίστανται πλήρως μέσα σε λίγες ώρες, έπειτα από το πλύσιμο των χεριών, όσο καλό κι αν είναι αυτό», έγραψαν οι ερευνητές.