Τώρα και δέκα μήνες σχεδόν από το φευγιό του, ο Ζορμπάς του Ψηλορείτη, ο… αθάνατος Νικηφόρος Σηφακάκης, γλεντά με τη λύρα του στην άλλη… στράτα της γαλήνης! Μα από τις 29 Μαρτίου, πέρυσι, που «φτερούγισε» στον μουσικό παράδεισο από το Θρόνος της αρχαίας Συβρίτου στο Αμάρι, για να ανταμώσει τους άλλους ογκόλιθους της λαϊκής μουσικής παιδείας της Κρήτης και τους γλεντιστάδες, εκατοντάδες φίλοι του, ντόπιοι αλλά και από χώρες του κόσμου, τον Καναδά, την Αμερική, τη Νορβηγία, τη Δανία, που ήπιαν μια ρακή στο ανοιχτό σπίτι του, σπεύδουν να τον συναντήσουν έστω και ως οπτασία…

Ο Γιώργος Βλαστός, ομογενής στην Αμερική δεύτερης γενιάς, με ρίζα από το κοντινό Βυζάρι, όταν έφτασε το καλοκαίρι στο αρχοντικό του, που ξεχειλίζει η φιλοξενία και η αγάπη, συγκινημένος, σχεδόν βουρκωμένος, έβλεπε ως εικόνα στην… αγία τράπεζα το Νικηφόρο να τον καλοδέχεται, να… διατάζει με τη μεγάλη του καρδιά τσικουδιά για το καλωσόρισμα και να κουρδίζει τη λύρα του για τα… περαιτέρω της επίσκεψης. «Ο Νικηφόρος δεν πέθανε, είναι εδώ», φώναξε με βεβαιότητα στην αφοσιωμένη γυναίκα της ζωής του την Αρετή Αποστολάκη, για να την… ανασηκώσει.

Εμπνέεται και γράφει στίχους συχνά για τον άντρα της η σύζυγός του Αρετή

ΑΓΝΑΝΤΕΥΕΙ ΣΤΙΣ ΡΟΥΓΕΣ

Και μπορεί το κορμί του να σκεπάστηκε από το θρονιανό χώμα που τον μάλαξε από την πρώτη του αναπνοή, η λύρα του να σώπασε τώρα και τριακόσιες μέρες, και να έπαψαν να βγαίνουν από το σπιτικό του οι… ψαλμωδίες σε αυθεντικούς ήχους με τις μαντινάδες, όμως ο Ζορμπάς αγναντεύει πάλι στις ρούγες του χωριού, στις αρχαιότητες και στο καφενεδάκι της κυρίας Μαίρης Αλεξάκη που βαστά ακόμη στη ζωή τον… θρόνο στο Θρόνος. «Αναζητιέται ο Νικηφόρος, αναζητιέται», διαπιστώνει η ίδια με θλίψη για την μοναδική απώλεια, αλλά και για τον… κατήφορο του ντόπιου πληθυσμού, που με αυτούς τους ρυθμούς θα σφαλίξει το χωριό…

Σε όλα τα χρόνια του είχε παρηγοριά και φάρμακο τη λύρα του και με τη λύρα τον αποχαιρέτησαν πάνω στο μνήμα ο Ψαρογιώργης και η παρέα των γνωστών και φίλων του…

Οι μέρες της περνούν βασανιστικά, καθημερινά, όπου κι αν βρίσκεται, για τον αγαπημένο της σύζυγο, που τον έλεγαν και «Δία του Ψηλορείτη». Το «ταξίδι» του στην αιωνιότητα, μέσα στην μαυρίλα του χαμού του, το βγάζει σε στίχους. Αυτό το πένθος την εμπνέει στο έμμετρο, που έτσι κι αλλιώς γι αυτό, η Αρετή είχε ανέκαθεν πάθος. Γράφει και γράφει και γράφει, όταν πια γυρίσει νοσταλγικά στο μισό αιώνα συμβίωσης που είχαν, γιατί αυτό είναι το γιατρικό της:

Χρόνια πολλά είμαστε μαζί

σχεδόν μισό αιώνα,

τριγυρισμένοι από παιδιά

και από πολλά εγγόνια.

Εξαιρετικός λυράρης της λαϊκής μουσικής παράδοσης, με τις τεχνικές του έδιδε και ως λυροκατασκευαστής… φως στη λαλιά του κρητικού οργάνου:

Οι λύρες του ήταν τέλειες

μόνο πως δε μιλούνε,

μα ο Ψαραντώνης τσ’ έκαμε

κείνες και κελαηδούνε.

ΜΕ ΛΥΡΕΣ ΚΑΙ ΤΡΑΓΟΥΔΙΑ

Συχνά άφηνε παραγγελιά στους δικούς του και σε φίλους, όταν θα τελέψει να τον φτάσουν στο μνήμα και να τον αποχαιρετήσουν με λύρες και τραγούδια:

Πολλές φορές μου έλεγε

εγώ σαν αποθάνω,

τις λύρες να μου παίζουνε

στον τάφο μου απάνω.

Μα ο Ψαρογιώργης να ν’ καλά

επήγε με παρέα,

παίξαν και τραγουδήσανε

θα πέρασε ωραία.

Και όταν πια φτάνει στο τέλος του έμμετρου οδοιπορικού της ζωής τους, λυγίζει:

Τώρα τον βλέπω στο χαρτί

χωρίς να θέλω κλαίω,

και για πολλά τον ερωτώ

μ’ απάντηση δεν παίρνω.

“Καμαρώνω που είχα άντρα μου το Νικηφόρο», λέει και βουρκώνει η σύζυγός του Αρετή Αποστολάκη

Και μπορεί το βιολογικό τέλος του Νικηφόρου να ήρθε, απρόσμενα, σε ένα πέρασμα μέσα σε χιλιάδες φίλους που γεύτηκαν το σοφό του πνεύμα, τη ατόφια διάθεσή του και το έξυπνο χιούμορ του, αλλά και με πληθώρα μουσικών παραστάσεων στα γλεντοκόπια, όμως η «αναχώρησή» του είναι εμφανής κάθε μέρα και πιο έντονα στα χωριά του δημοτικού του διαμερίσματος. Η γυναίκα του δεν αντέχει και τα μάτια της τρέχουν: « Μπορεί να είμαι έξω και να βλέπω κόσμο, αλλά μόλις μπω στο σπίτι, μου φαίνεται άδειο. Θαρρώ πως θα του μιλήσω, πως θα τον δω, πως θα κουβεντιάσομε. Καμαρώνω που τον είχα άντρα μου…»