«Έχει έρθει η στιγμή ο χώρος αυτός της Κεντροαριστεράς, της Σοσιαλδημοκρατίας, του ριζοσπαστικού Κέντρου, του δημοκρατικού τόξου, του σοσιαλισμού, της ανανεωτικής Αριστεράς, της Οικολογίας να ενωθεί και πάλι. Είναι κατακερματισμένος,…

 

είναι διάσπαρτος. Εγώ λοιπόν προτείνω να βρεθούμε σε μία μεγάλη προγραμματική συνδιάσκεψη, όπου όλοι εμείς θα καταθέσουμε τις προτάσεις μας, ένα νέο προγραμματικό πλαίσιο, μία νέα διακήρυξη γι’ αυτό που χρειάζεται σήμερα η χώρα», τόνισε η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, Φώφη Γεννηματά, μιλώντας σήμερα στον Βήμα FM για την πρότασή της για συσπείρωση της Κεντροαριστεράς.

Στη συνέχεια, σύμφωνα με την ίδια, «να εκλεγεί επικεφαλής αυτής της παράταξης από τη βάση, από τους Έλληνες πολίτες που θεωρούν ότι εκφράζονται από αυτό τον χώρο. Θα κρατήσουμε την αυτονομία, την ανεξαρτησία και την οντότητα των κομμάτων που συμμετέχουν και απαρτίζουν αυτή την παράταξη και το κυριότερο είναι ότι σε όλη αυτή την πορεία θα ξεκινήσει η αυτοοργάνωση, θα δημιουργηθούν πυρήνες σε όλη την Ελλάδα, που θα στηρίξουν αυτό το εγχείρημα. Γιατί αυτό το εγχείρημα πρέπει να είναι μία κίνηση βάσης, ακριβώς για να ξεπεράσουμε τις καχυποψίες.

Η συνδιάσκεψη θα αποφασίσει το όνομα αυτού του πράγματος και τα σύμβολα, είναι μέσα στην πρόταση που έχω καταθέσει. Η συνδιάσκεψη θα πάρει τις αποφάσεις για τη διακήρυξη, το προγραμματικό πλαίσιο, το όνομα και τα σύμβολα. Η συμμετοχή στη συνδιάσκεψη των κομμάτων θα είναι σύμφωνα και με τα αποτελέσματα των προηγούμενων εκλογών, με κάποιο τρόπο πρέπει να υπάρξει μία αναλογία συμμετοχής, χωρίς να υπάρχει πλειοψηφία κάποιου για να μπορεί να καπελώσει τελικά τις εξελίξεις και να τις ελέγξει».

Αναφορικά με το δικό της ρόλο και το ρόλο του ΠΑΣΟΚ σε αυτό το εγχείρημα, η κ. Γεννηματά ανέφερε: «Δεν θεωρώ ότι αυτοδίκαια ως πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ θα πρέπει να είμαι και επικεφαλής αυτής της παράταξης. Πιστεύω ότι η βάση που θα δημιουργηθεί και θα στηρίξει αυτή την προσπάθεια θα πρέπει να επιλέξει ποιος θα είναι ο επικεφαλής όλης αυτής της παράταξης, της μεγάλης προοδευτικής, ευρωπαϊκής, δημοκρατικής, μεταρρυθμιστικής παράταξης. Βεβαίως και θα μπορεί να είναι υποψήφιος (άλλος από το ΠΑΣΟΚ), βεβαίως και είναι απολύτως ανοικτό. Έχει μεγάλη σημασία να μην υπάρξουν αποκλεισμοί σε αυτή την προσπάθεια. Υπάρχει αυτός ο κίνδυνος (σ.σ.: να χάσει την προεδρία του ΠΑΣΟΚ). Αν η βάση της παράταξης θεωρεί ότι κάποιο άλλο πρόσωπο είναι ικανό να ενώσει αυτό τον χώρο και να τον προχωρήσει παραπέρα και τον επιλέξει, θα είναι σεβαστή αυτή η απόφαση. Εδώ είναι φανερό ότι ολόκληρες κοινωνικές ομάδες δεν εκφράζονται και πρέπει να τις εκφράσουμε και όχι μόνο να τις εκφράσουμε, να τις προστατεύσουμε. Δεν προστατεύονται νέοι επιστήμονες, ελεύθεροι επαγγελματίες, οι αγρότες. Αυτή τη στιγμή οδηγούνται στην εξόντωση. Ποιος θα μιλήσει γι’ αυτούς; Θα πρέπει να συνδέσουμε την προσπάθεια που κάνουμε με αυτό που βιώνει σήμερα η ελληνική οικογένεια. Δεν πρόκειται για μία κίνηση στελεχών, αυτό προσπαθώ να αποφύγω.

Και αν θέλετε να μιλήσουμε για την «Ελιά», έγιναν πολύ σημαντικές προσπάθειες τον προηγούμενο χρόνο για την επανένωση του χώρου και πολύ σημαντικοί άνθρωποι ασχολήθηκαν με όλη αυτή την υπόθεση. Ποιο ήταν το πρόβλημα και γιατί πιστεύω ότι δεν προχώρησε; Το πρόβλημα πιστεύω πως ήταν ότι αυτή η συζήτηση παρέμεινε σε κλειστά γραφεία, σε επίπεδο κορυφής και στελεχών. Δεν μπορείς να δημιουργήσεις το νέο, είτε αυτό είναι παράταξη είτε είναι αργότερα ένα κόμμα, αν κανείς αποφασίσει να κάνει το τρίτο βήμα, αν αυτό δεν αφορά την κοινωνία. Φυσικά (θα εκλέξει ο κόσμος τον αρχηγό), αυτό νομίζω ότι ανατρέπει όλα τα δεδομένα και δείχνει πως εδώ δεν υπάρχει σημαδεμένη τράπουλα, δεν υπάρχουν προαπαιτούμενα, δεν προσπαθεί κάποιος να κάνει ηγεμονικές κινήσεις. Δεν προσπαθούμε να κάνουμε το «ΠΑΣΟΚ plus»».

Η πρόεδρος του ΠΑΣΟΚ, αναφερόμενη στα ηγετικά στελέχη του κόμματος και τον ρόλο τους, παρατήρησε πως «με τον κ. Σημίτη κατ’ αρχήν θέλω να πω ότι συνομιλώ συχνά και αλίμονο αν δεν συνομιλούμε μεταξύ μας. Ελπίζω και πιστεύω θετικό (ρόλο θα παίξουν όλα αυτά τα στελέχη). Το κλίμα που εισπράττω εγώ αυτή τη στιγμή είναι αυτό. Όλοι θετικά βλέπουν αυτή την προσπάθεια, υπάρχει πάντα η καχυποψία στο τέλος της ημέρας. Στη συγκυβέρνηση Σαμαρά – Βενιζέλου το ΠΑΣΟΚ μπήκε με ελάχιστους Υπουργούς, αν δεν κάνω λάθος τέσσερις, με ένα πάρα πολύ μικρό ποσοστό και δυστυχώς φάνηκε ότι δεν μπορέσαμε να υλοποιήσουμε τη συμφωνία την προγραμματική που είχαμε κάνει. Δεν επιμείναμε ούτε να την εμβαθύνουμε αυτή την προγραμματική συμφωνία ούτε να την υλοποιήσουμε σωστά και στην πραγματικότητα δώσαμε την εντύπωση ότι ταυτιστήκαμε με τη Νέα Δημοκρατία και αυτή είναι η κριτική που μας γίνεται. Όχι ότι εμποδίσαμε εμείς μεταρρυθμίσεις, αντίθετα η Νέα Δημοκρατία έκανε ό,τι ήθελε σε αυτή την τελευταία διακυβέρνηση. Αυτή είναι η κριτική που μας γίνεται από τον χώρο μας».

Για το σύμφωνο συμβίωσης και τις αιτιάσεις για «συντηρητικοποίηση» του ΠΑΣΟΚ, σχολίασε ότι «η κριτική που μου γίνεται (για το σύμφωνο συμβίωσης) είναι πραγματικά εκ του πονηρού και φαίνεται πως δεν έχουν ακούσει και τίποτα απ’ όλα όσα έχω πει το τελευταίο διάστημα. Έδωσα κατεύθυνση στην κοινοβουλευτική μου ομάδα να θέσει ζήτημα ονομαστικής ψηφοφορίας και ήταν συντεταγμένοι όλοι εκεί και ψήφισαν. Για προσωπικούς λόγους, δεν μπορούσα να παραβρεθώ στη ψηφοφορία και δεν μπορούσα πραγματικά να διανοηθώ ότι θα χρησιμοποιηθεί με τέτοιο κακόπιστο και κακοήθη τρόπο η απουσία μου εκείνη την ώρα, όταν με κάθε τρόπο έχω δημόσια διατυπώσει τη θέση μου και η κοινοβουλευτική μου ομάδα έχει αυτή την θέση. Δηλαδή, τι εννοούν αυτοί που μου κάνουν κριτική; Ότι η κοινοβουλευτική μου ομάδα ψήφισε σε αντίθεση με τη δική μου βούληση;».

Σε ερώτηση γιατί δεν επέστρεψε στο ΠΑΣΟΚ ο Γιώργος Παπανδρέου, απάντησε: «Αυτό που ρωτάτε δεν έχει σχέση με την πρωτοβουλία. Ο κ. Παπανδρέου δεν ήθελε να επιστρέψει στο ΠΑΣΟΚ προ των εκλογών, όταν υπήρξαν οι σχετικές συζητήσεις. Η πρωτοβουλία που παίρνω τώρα είναι μία διαφορετική πρωτοβουλία, ξεπερνά το ΠΑΣΟΚ και όταν θα έρθει η ώρα, θα συνομιλήσω με όλους».

Αναφερόμενη στον Λεωνίδα Γρηγοράκο και τη διαγραφή του, διευκρίνισε ότι «ο κ. Γρηγοράκος άφησε υπονοούμενα για την κοινοβουλευτική ομάδα, για τους βουλευτές μας και αυτό δεν μπορεί να είναι επιτρεπτό. Δεν μπορεί να υπονοεί ότι οι βουλευτές, εν ενεργεία, της Δημοκρατικής Συμπαράταξης θα αποστατήσουν, θα εγκαταλείψουν την κοινοβουλευτική τους ομάδα και θα πάνε σε μία άλλη. Εξάλλου, δεν έχει διαγραφεί από το ΠΑΣΟΚ, έχει απομακρυνθεί από την κοινοβουλευτική ομάδα και θεωρώ ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να εκτιμήσει την πορεία του, την εμπιστοσύνη που του έχει δείξει ο κόσμος της παράταξής μας και όλα αυτά να τα αναθεωρήσει».

Σχετικά με την πρωτοβουλία της και τη ΝΔ μετά την εκλογή Μητσοτάκη, παρατήρησε: «Κάνω μία προσπάθεια ανοίγματος, επανασυσπείρωσης, δεν βάζω κάγκελα παντού. Το ζήτημα και η ουσία της τοποθέτησής μου είναι ότι υπάρχουν ριζικές, διαχρονικές πολιτικές διαφορές ανάμεσα στο κόμμα μου, στην ευρύτερη παράταξή μου, και στη Δεξιά και αυτό δεν είναι κάτι που αλλάζει επειδή εκλέγεται ένας νέος αρχηγός. Πιστεύω πραγματικά, και έχουμε δει όλα τα προηγούμενα χρόνια, ότι η Δεξιά δεν αλλάζει, επειδή αλλάζει ο επικεφαλής της. Είναι συγκεκριμένη, δεν έρχεται από παρθενογένεση, συμμετείχε όλα τα προηγούμενα χρόνια, επομένως εγώ θεωρώ ότι οι διαφορές μας είναι πάρα πολύ μεγάλες. Βεβαίως συγκυβερνήσαμε, αλλά γιατί ήταν εθνική ανάγκη τότε».

Τέλος, για τη σύσταση Εξεταστικής Επιτροπής για τα Μνημόνια και την υπόθεση Βαρουφάκη, η κ. Γεννηματά ανέφερε ότι «εμείς, έχουμε καταθέσει αυτή την πρόταση και έχουμε ζητήσει από όλα τα κόμματα να την στηρίξουν, να συνυπογράψουν, προφανώς δεν αρκούν οι δικοί μας βουλευτές για να κατατεθεί η πρόταση. Αποκτά δε ιδιαίτερο νόημα και αξία μετά από τα όσα αποκαλυπτικά είδαμε στη συνέντευξη του κ. Βαρουφάκη και πραγματικά εγώ περιμένω να δω πρώτον, τι στάση θα κρατήσει ο κ. Τσίπρας σε σχέση με όλα αυτά και δεύτερον, τι στάση θα κρατήσει ο κ. Μητσοτάκης, διότι εμείς λέμε ότι η Εξεταστική θα πρέπει να εξετάσει όλες τις εξελίξεις από το 2000, από την στιγμή που μπήκαμε στο ευρώ μέχρι σήμερα. Και βεβαίως να εξετάσουμε και πώς υπήρξε ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός από το 2004 μέχρι το 2009, που μας οδήγησε στο Μνημόνιο και πως υπήρξε ο δεύτερος εκτροχιασμός που μας οδήγησε στο τρίτο και σκληρότερο Μνημόνιο».