Γράφει ο Γεράσιμος Ταυρωπός
Ακόμη και αν ήταν ανυποψίαστοι στο… Μαξίμου για το πόσο δύσκολη και σκληρή θα είναι η διαπραγμάτευση για την πρώτη αξιολόγηση του νέου προγράμματος, η ωμή δήλωση της κ. Λαγκάρντ για το Ασφαλιστικό ότι «ζητήσαμε να μας στείλουν αγελάδα και μας έστειλαν γάτα», δεν αφήνει κανένα περιθώριο για αυταπάτες. Ο Αλέξης Τσίπρας θα συναντήσει την κ. Λαγκάρντ στο Νταβός, αλλά οι ελπίδες για μεταστροφή της στάσης της είναι αμελητέες – πολύ περισσότερο που μέχρι πριν ελάχιστο χρόνο ήταν ο ίδιος ο κ. Τσίπρας που έθεσε ζήτημα αποχώρησης του ΔΝΤ από το ελληνικό πρόγραμμα…

Όπως σε «ανύποπτο» χρόνο είχαμε προειδοποιήσει, η «αγελάδα» της κ. Λαγκάρντ είναι πολύ… δύσπεπτη για την ισχνή κυβερνητική πλειοψηφία και ανοίγει όλα τα πολιτικά σενάρια. Μεταξύ αυτών, αυτό που «ζεσταίνει» πλέον η κυβέρνηση είναι το σενάριο των εκλογών με νέο, αναλογικότερο εκλογικό νόμο. Στο ραντεβού του πρωθυπουργού με τον γ.γ. του ΚΚΕ Δημήτρη Κουτσούμπα ο νέος εκλογικός νόμος ήταν το βασικό «μενού». Παρεμπιπτόντως, ο κ. Κουτσούμπας που αρνούνταν να συζητήσει με τον ΣΥΡΙΖΑ όλα τα προηγούμενα χρόνια, τώρα με το προκάλυμμα της «θεσμικής» συνάντησης όχι μόνο συναντιέται αλλά συζητά επί της ουσίας για λεπτομέρειες των κυβερνητικών σχεδίων…

Παραδόξως -αλλά μόνο επιφανειακά- ο πρωθυπουργός προσπαθεί να χτίσει συμμαχίες για την αλλαγή του εκλογικού νόμου ακόμη και με το ΚΚΕ. Για να περάσει ο νέος εκλογικός νόμος από τη Βουλή ώστε να ισχύσει στις επόμενες εκλογές, απαιτείται πλειοψηφία 2/3, δηλαδή 200 βουλευτές. Άρα είναι απαραίτητη η μεγαλύτερη δυνατή συστράτευση «συμμάχων». Σε ένα τέτοιο εγχείρημα, τα κόμματα του Κέντρου (ΠΑΣΟΚ, Ποτάμι, Ένωση Κεντρώων) αλλά και το ΚΚΕ δεν έχουν λόγους να πουν όχι αν το κριτήριο είναι αποκλειστικά το περιεχόμενο του εκλογικού νόμου. Διότι αυτό που προσφέρει ο κ. Τσίπρας στους συνομιλητές του είναι ένα σχέδιο αναλογικότερο, με περιορισμό του μπόνους για το πρώτο κόμμα και με μείωση του ορίου για είσοδο στη Βουλή στο 2% (από 3% που είναι σήμερα).

Μόνο για τη ΝΔ δεν είναι συμφέρουσα μια τέτοια αλλαγή, αφού οι πρώτες δημοσκοπήσεις ύστερα από την εκλογή του κ. Μητσοτάκη στην αρχηγία δείχνουν δημοσκοπική άνοδο και κατάκτηση της πρώτης θέσης. Οι αντιρρήσεις μπορούν να έχουν καθαρά πολιτικά κίνητρα. Είτε την ανασφάλεια κάποιων κομμάτων για τις επιδόσεις τους σε νέα εκλογική αναμέτρηση (π.χ. Ποτάμι και Ένωση Κεντρώων) είτε γενικότερους πολιτικούς υπολογισμούς που υπερτερούν του ζητήματος του εκλογικού νόμου. Σε αυτό θα επανέλθουμε παρακάτω, αφού προέχει να δούμε την «αριθμητική» διάσταση του εγχειρήματος. Η οποία είναι απλή: για να συγκεντρωθούν 200 ψήφοι βουλευτών, πρέπει να συστρατευθούν όλα τα κόμματα της ελάσσονος αντιπολίτευσης πλην Χρυσής Αυγής. Το άθροισμα των εδρών του ΣΥΡΙΖΑ (144 πλέον μετά τη διαγραφή του κ. Γαβριήλ Σακελλαρίδη), ΑΝΕΛ (9 πλέον ύστερα από τη διαγραφή του κ. Δημήτρη Καμμένου), ΠΑΣΟΚ (16 πλέον ύστερα από τη διαγραφή πρόσφατα του κ. Λεωνίδα Γρηγοράκου), ΚΚΕ (15), Ποτάμι (11) και Ένωση Κεντρώων (9) είναι 204 έδρες. Ο αριθμός των 300 βουλευτών συμπληρώνεται με την προσθήκη 75 βουλευτών της ΝΔ, 18 της ΧΑ και 3 ανένταχτων.

Επομένως, είναι απαραίτητη η υπερψήφιση του νέου εκλογικού νόμου από όλα αυτά τα κόμματα. Διότι η ΝΔ θεωρείται βέβαια ότι θα τον καταψηφίσει. Όχι επειδή δεν τη συμφέρει ένας τέτοιος εκλογικός νόμος εκλογικά, αλλά λόγω γενικότερου πολιτικού σχεδιασμού: η εκλογή Μητσοτάκη σηματοδοτεί το τέλος των συναινέσεων («ο κύκλος του λαϊκισμού έκλεισε») και άρα δεν αφήνει περιθώρια για πολιτική επιβίωση του κ. Τσίπρα μέσω συναινέσεων από αυτή τη Βουλή. Προ του αδιεξόδου, το επιτελείο του Μαξίμου επεξεργάζεται το σχέδιο… «Πορτογαλία». Το οποίο περιλαμβάνει τέσσερα βήματα:

Πρώτο, αλλαγή εκλογικού νόμου, που θα ευνοεί όχι το δεύτερο αλλά τα μικρότερα κόμματα!

Δεύτερο, «αντίσταση» στις απαιτήσεις των δανειστών για το Ασφαλιστικό και εξάντληση όλων των χρονικών περιθωρίων της διαπραγμάτευσης (οι πληροφορίες μας λένε ότι τα δημόσια ταμεία αντέχουν χωρίς την εκταμίευση της δόσης των 5 δισ. ευρώ μέχρι το Μάρτιο).

Τρίτο, προκήρυξη εκλογών στο πολιτικό κλίμα που θα δημιουργεί η «κόντρα» με τους δανειστές, που θα φέρουν σε δύσκολη θέση τη ΝΔ, θα εκθέσουν τη νέα της ηγεσία σαν «σύμμαχο των δανειστών» και θα εξασφαλίσουν την πρωτιά στον ΣΥΡΙΖΑ και την ενίσχυση της δύναμης των μικρών κομμάτων και την είσοδο νέων μικρότερων κομμάτων στη Βουλή.

Τέταρτο, τη συγκρότηση κυβέρνησης με τη «φόρμουλα Πορτογαλίας», δηλαδή με κυβέρνηση με πυρήνα τον ΣΥΡΙΖΑ αλλά ευρύτερης στήριξης από τα μικρότερα κόμματα.

Ωστόσο, πρέπει να απαντηθεί ένα ερώτημα: Γιατί ο κ. Τσίπρας δεν προχωράει σε κυβερνητική διεύρυνση εφαρμόζοντας αυτή τη φόρμουλα από τώρα; Η απάντηση που προς το παρόν δίνεται, είναι διπλή: Πρώτο, υπό τις παρούσες συνθήκες ούτε ο ΣΥΡΙΖΑ ούτε τα μικρότερα κόμματα είναι «ώριμα» για μια τέτοια κίνηση. Και δεύτερο, διότι το συγκεκριμένο σενάριο είναι «αμυντικό» και γρήγορης φθοράς, που θα ευνοήσει ένα γρήγορο come back της ΝΔ. Αντίθετα, ύστερα από μια νέα εκλογική νίκη ο ΣΥΡΙΖΑ θα ξαναπιάσει το «τιμόνι» του πολιτικού ηγεμόνα…

Το σχέδιο είναι υπαρκτό, αλλά δεν πρέπει να θεωρηθεί βέβαιο ότι θα φτάσει στο τελικό στάδιο της υλοποίησης. Διότι τη «δραματοποίηση» που θα επιφέρει δεν είναι καθόλου βέβαιο ότι την αντέχουν το πολιτικό σύστημα και κυρίως η οικονομία. Και διότι είναι άδηλο πώς θα αντιδράσει η κοινωνία σε ένα νέο πολιτικό και επικοινωνιακό «πόλεμο κινήσεων» από τον κ. Τσίπρα και σε μια τέταρτη εκλογική αναμέτρηση σε λιγότερο από 1,5 χρόνο…