Η διαταραχή πανικού είναι μία αρκετά συχνή (1.5-4% του πληθυσμού έχει πιθανότητα νόσησης) αλλά και ιδιαιτέρως βασανιστική κατάσταση που μπορεί να στερήσει από τον ασθενή την ελευθερία του καθιστώντας τον…
κυριολεκτικά δέσμιο των φόβων του. Αποτελεί μία από τις χαρακτηριστικότερες και πιο εμφανείς ίσως περιπτώσεις της επιβολής του εγκεφάλου στο υπόλοιπο σώμα αφού εκδηλώνεται σε όλο τον οργανισμό, από την καρδιά μέχρι το στομάχι και τα άκρα. Τα συμπτώματά της αλλά και κάποια άλλα στοιχεία που την αφορούν θα μας απασχολήσουν στο σημερινό Ecce Homo.

Τί ακριβώς είναι λοιπόν οι κρίσεις πανικού και τί η διαταραχή πανικού; Κρίση πανικού είναι η ξαφνική εμφάνιση μίας περιόδου έντονου φόβου ή άγχους σε ένα άτομο, κατά την οποία εμφανίζονται μέσα σε δέκα λεπτά, τέσσερα ή και περισσότερα συμπτώματα που περιλαμβάνουν: ταχυκαρδία («σφυροκόπημα της καρδίας»), εφίδρωση, τρόμο, αίσθημα ασφυξίας, πόνο στον θώρακα, ναυτία ή τάση για έμετο, ζάλη ή τάση για λιποθυμία, φόβο απώλειας του ελέγχου ή «τρέλας», φόβο θανάτου, μουδιάσματα ή ακόμη μία αίσθηση «μη πραγματικού». Υπάρχουν τρείς τύποι κρίσεων πανικού: οι απροσδόκητες, δηλαδή αυτές που εμφανίζονται στα ξαφνικά χωρίς καμιά προειδοποίηση και χωρίς προφανή αιτία, αυτές που εμφανίζονται πάντοτε κάτω από συγκεκριμένες καταστάσεις (π.χ. όταν το άτομο εισέρχεται σε τούνελ) και αυτές που μπορεί να εμφανιστούν σε καταστάσεις όπως οι προηγούμενες αλλά όχι πάντοτε.

Διαταραχή πανικού είναι η κατάσταση κατά την οποία εμφανίζονται επανειλημμένες κρίσεις πανικού οι οποίες ακολουθούνται από έντονη ανησυχία ότι θα υπάρξουν και άλλες τέτοιες κρίσεις, από ανησυχία σχετιζόμενη με τις κρίσεις (π.χ. ότι θα πάθει καρδιακή προσβολή ή ότι θα «τρελαθεί») ή ακόμη και από σημαντική αλλαγή της συμπεριφοράς που σχετίζεται με τις κρίσεις πανικού. Είναι σημαντικό εδώ να τονιστεί ότι δεν είναι όλοι οι ασθενείς με εμπειρία κρίσης πανικού που θα αναπτύξουν τελικά διαταραχή πανικού. Υπάρχουν πολλοί ασθενείς που «γεύθηκαν» την εμπειρία της κρίσης πανικού και δεν ξαναέπαθαν ποτέ στη ζωή τους.

Να αναφέρουμε εδώ ότι η διαταραχή πανικού μπορεί να συνοδεύεται ή όχι από «αγοραφοβία». Αγοραφοβία είναι η κατάσταση κατά την οποία ο ασθενής φοβάται να βρεθεί μόνος του ή και με συνοδεία σε ανοικτούς χώρους, ανάμεσα σε πλήθος ή γενικά έξω από το σπίτι του. Ο φόβος πηγάζει από τη σκέψη ότι τυχούσα κρίση πανικού σε τέτοιους χώρους – μακρυά από την ασφαλή περιοχή του σπιτιού- θα τους βρεί απροετοίμαστους και αβοήθητους. Είναι μιά άκρως βασανιστική διαταραχή που παρεμποδίζει πλήρως την κοινωνική και προσωπική λειτουργία του ατόμου. Μπορεί να οδηγήσει σε απώλεια της δουλειάς, σε πλήρη κοινωνικό αποκλεισμό και σε μηδενισμό της αυτοεκτίμησης και αυτοπεποίθησης.

Οι γυναίκες προσβάλονται συχνότερα από τους άνδρες, όπως και στις περισσότερες άλλωστε ψυχικές παθήσεις, ενώ η ηλικία εμφάνισης είναι συνήθως τα 20 – 30 έτη. Έχει βρεθεί ότι το οικογενειακό ιστορικό νόσησης επηρεάζει σημαντικά την εμφάνιση διαταραχής πανικού και αγοραφοβίας αφού μέχρι και το 20% των συγγενών πρώτου βαθμού των ασθενών πάσχει επίσης από αγοραφοβία.

Κλείνοντας, θέλω να τονίσω ότι σημαντικό είναι να μπορέσουμε να συνειδητοποιήσουμε ότι οι ψυχικές ασθένειες, όπως για παράδειγμα η διαταραχή πανικού, είναι πλέον κάτι το απόλυτα απτό και αντιμετωπίσιμο από την επιστήμη της ιατρικής. Η έρευνα έχει προχωρήσει τόσο ώστε για πολλές από τις καταστάσεις αυτές να είμαστε σε θέση να γνωρίζουμε σε μεγάλο βαθμό το βιολογικό τους υπόβαθρο και κατ’ επέκταση να τις αντιμετωπίζουμε αποτελεσματικά θεραπευτικά. Η διαταραχή πανικού είναι μία από τις καταστάσεις που με την κατάλληλη θεραπεία μπορεί να αντιμετωπιστεί πλήρως. Αυτά είναι τα καλά νέα. Τα κακά είναι ότι για να μπορέσει να αντιμετωπιστεί κατάλληλα, πρέπει να ξορκίσουμε επιτέλους όλα τα κοινωνικά μας ταμπού, να δούμε τις ψυχικές νόσους στις πραγματικές τους διαστάσεις, να τις απομυθοποιήσουμε και να πάμε για αυτές στον γιατρό…

Ας κατανοήσουμε τις κρίσεις πανικού: Αιτιολογία και αντιμετώπιση.

Πιο πάνω γράψαμε για το πώς εκδηλώνεται μια κρίση πανικού και το τί ακριβώς είναι η λεγόμενη «διαταραχή πανικού». Μία διαταραχή που όπως ανάμενα -λόγω της αυξημένης συχνότητας εμφάνισης της- προκάλεσε το ενδιαφέρον πολλών από εσάς, γεγονός που μας ωθεί στο να συνεχίσουμε λύνοντας κάποιες από τις απορίες σας. Ας δούμε λοιπόν το τί προκαλεί τις κρίσεις αυτές αλλά και το πώς αντιμετωπίζονται.

Για να καταλάβουμε τη βάση πάνω στην οποία εκδηλώνεται η διαταραχή πανικού, θα πρέπει να την φανταστούμε σαν δύο υποσύνολα τα οποία αλληλεπιδρούν και σε κάποια σημεία αλληλοκαλύπτονται: το ένα είναι οι βιολογικοί αιτιολογικοί παράγοντες και το άλλο οι ψυχολογικοί. Στους πρώτους ανήκουν όλες οι λειτουργικές ή ανατομικές διαταραχές που οδηγούν σε ένα ψεύτικο ερέθισμα κινδύνου το οποίο μπορεί να οδηγήσει στον πανικό. Τέτοιος παράγοντας είναι κυρίως η υπερδραστηριότητα του αυτόνομου νευρικού συστήματος δηλ. του τμήματος του νευρικού συστήματος το οποίο είναι φυσιολογικά υπεύθυνο να προετοιμάζει τον οργανισμό (κάνοντας τον έτοιμο «να παλέψει ή να τρέξει») σε περιπτώσεις αξιόλογης αιτίας για φόβο ή άγχος. Επίσης υπάρχουν ενδείξεις και για άλλα πιο πολύπλοκα νευροενδοκρινικά συστήματα που φαίνονται να εμπλέκονται στην παθοφυσιολογία του πανικού, οι οποίες προκύπτουν κυρίως από την εμπειρική και επιτυχημένη δράση κάποιων φαρμάκων με γνωστή δράση (με απλά λόγια: αφού βλέπουμε ότι λειτουργεί ένα φάρμακο που αυξάνει την Α ουσία, συμπεραίνουμε ότι στην αιτιολογία εμπλέκεται και η μειωμένη ουσία Α). Επίσης σοβαρές ενδείξεις υπάρχουν ότι αιτιολογικός παράγοντας μπορεί να είναι μια νευροανατομική διαταραχή στο τμήμα του εγκεφάλου που σχετίζεται με το φόβο («κύκλωμα φόβου») και συγκεκριμένα στις περιοχές που ονομάζονται υποθάλαμος και αμυγδαλή. Επίσης σημαντικό ρόλο σε όλη αυτή τη διεργασία, παίζει και η εμφάνιση συχνών και βαθιών αναπνοών που παρουσιάζουν οι πάσχοντες κατά την περίοδο της κρίσης, η οποία προκαλεί μία κατάσταση που ονομάζεται «υπεραερισμός».

Όσον αφορά τη δεύτερη ομάδα τώρα, δηλαδή τους ψυχολογικούς παράγοντες, θα πρέπει να γίνει κατανοητό ότι αφορούν το περιεχόμενο της σκέψης του ασθενή και το πώς αυτό συμβάλει στη γένεση του προβλήματος αλλά και στην δημιουργία «αποφευκτικής συμπεριφοράς» (π.χ. ο ασθενής αποφεύγει να πάει σε όλα τα μέρη στα οποία έχει πάθει κρίση πανικού στο παρελθόν) η οποία οδηγεί στη διατήρηση της παθολογικής κατάστασης. Στην πρώτη περίπτωση εννοούμε τον λανθασμένο τρόπο αντίληψης κάποιων εσωτερικών ή εξωτερικών ερεθισμάτων τα οποία εκλαμβάνονται ως απειλητικά (για τη ψυχική ή σωματική κατάσταση) οδηγώντας σε ακόμη μεγαλύτερο άγχος (πανικό) δημιουργώντας τελικά ένα φαύλο κύκλο αιτίας – αποτελέσματος.

Ας δούμε όμως ένα παράδειγμα για να γίνουν τα πιο πάνω ακόμη πιο κατανοητά. Ένας νεαρός άνδρας προετοιμάζεται για τις εξετάσεις του πανεπιστημίου. Κατά την διάρκεια της μελέτης του αισθάνεται την καρδιά του να κτυπάει γρήγορα (εκλυτικό ερέθισμα), αισθάνεται φόβο για την ενδεχόμενη αυτή απειλή (π.χ. φοβάται ότι θα πάθει έμφραγμα) γεγονός που προκαλεί έντονα σωματικά συμπτώματα άγχους λόγω υπερδιέγερσης του αυτόνομου νευρικού συστήματος (π.χ. ταχυκαρδία, εφίδρωση, δύσπνοια κτλ). Τα συμπτώματα αυτά στο μυαλό του επιβεβαιώνουν τον αρχικό του φόβο (ότι όντως δηλαδή θα πάθει έμφραγμα) με αποτέλεσμα ένα νέο εκκλυτικό ερέθισμα απειλής και συνέχιση του φαύλου κύκλου του πανικού.

Η αναζήτηση θεραπείας από ασθενείς με διαταραχή πανικού είναι επιτακτική. Γιατί;
Πολύ απλά γιατί οι υπάρχουσες θεραπείες είναι αποτελεσματικότατες ενώ οι πιθανότητες του ενδεχομενου να περάσει απο μόνη της είναι σχεδόν μηδαμινές. Ο συνδιασμός φαρμακευτικής αγωγής και ψυχοθεραπείας είναι ο αποτελεσματικότερος και μπορεί να εξαλείψει τα συμπτώματα και να βοηθήσει στην κοινωνική επαναδραστηριοποίηση στο μεγαλύτερο ποσοστό των ασθενών.

Τα φάρμακα χρησιμοποιούνται κυρίως για την άμεση αντιμετώπιση των αγχώδων συμπτωμάτων της κρίσης. Φάρμακα εκλογής είναι οι βενζοδιαζεπίνες (π.χ. Xanax) και μία ομάδα αντικαταθλιπτικών που ονομάζονται «εκλεκτικοί αναστολείς της επαναπρόσληψης της σεροτονίνης» (π.χ. Seroxat). Η αγωγή αυτή βοηθά τον πάσχοντα να επανέλθει στις φυσιολογικές του δραστηριότητες τονώνοντας ταυτόχρονα και την αυτοπεποίθησή του, ενώ επίσης δρουν βοηθητικά προς το πρόγραμμα ψυχοθεραπείας ώστε αυτό να αποδώσει καλύτερα σε λιγότερο χρόνο. Η ψυχοθεραπεία στηρίζεται κυρίως στο γνωσιακό – συμπεριφορικό μοντέλο. To μοντέλο αυτό διαρκεί συνήθως λίγους μήνες, εστιάζει στην αντιμετώπιση των τωρινών προβλημάτων (και όχι στην ενδοσκόπηση και στην ανάλυση του παρελθόντος όπως η ψυχανάλυση) και βασίζεται κυρίως στην δουλειά που κάνει ο ασθενής κατά το μεσοδιάστημα μεταξύ των επισκέψεων στον γιατρό και όχι τόσο εντός των συνεδρίων. Ο σκοπός του είναι κυρίως η εξάλειψη της αποφευκτικής συμπεριφοράς (π.χ. μέσω σταδιακής έκθεσης του ασθενή σε καταστάσεις που αποφεύγει), η πλήρης κοινωνική επαναπροσαρμογή του καθώς επίσης και ο έλεγχος και αποφυγή του «υπεραερισμού». Σημαντικό επίσης είναι ο ασθενής να ενημερωθεί και να εκπαιδευτεί κατάλληλα σχετικά με θέματα που αφορούν τις κρίσεις πανικού ή τις φυσιολογικές σωματικές αντιδράσεις σε καταστάσεις άγχους. Όπως και στο μεγαλύτερο ποσοστό των ανθρωπίνων προβλημάτων βλέπετε, έτσι κι εδώ η κατανόηση της φύσης του προβλήματος αποτελεί την βασική αρχή της αντιμετώπισής του.