Επί 73 ολόκληρα χρόνια τους «έκρυβε» στην αυλή του σπιτιού της. Τα περισσότερα από αυτά τα χρόνια διακινδυνεύοντας την προσωπική της ελευθερία ή και τη…
ζωή της. Μολονότι δεν ήταν καν μέλη της οικογένειας της, φρόντιζε να μην τους «λείπει» τίποτα. Ακόμα και η δροσιά, τα ζεστά καλοκαίρια. Τώρα που ο ήλιος της ζωής της αρχίζει να δύει, και θα αναγκαστεί να τους «αποχωριστεί», θέλει να τους «παραδώσει» εκεί όπου ανήκουν: στις λαμπρές σελίδες της εποποιίας του έθνους.

Οι «φιλοξενούμενοι» της κ. Ερμιόνης Μπρίγκου είναι έξι νεκροί Έλληνες στρατιώτες. Τους είδε, εννιάχρονο κοριτσάκι τότε, να πέφτουν νεκροί μπροστά στο σπίτι της πολεμώντας τον ιταλικό στρατό στη Χειμάρρα της Αλβανίας και βοήθησε, με τις παιδικές της δυνάμεις, τους γονείς της να τους κουβαλήσουν και να τους θάψουν στην αυλή τους. Έκτοτε και μέχρι σήμερα δεν τους «άφησε» ποτέ μόνους. Ούτε ακόμα και όταν την εποχή της δικτατορίας του Χότζα όλα «τα ‘σκιαζέ η φοβέρα».

Όπως εξιστόρησε στην Καθημερινή, μια μέρα οι Ιταλοί χτύπησαν το σπίτι-στρατηγείο με όλμους σκοτώνοντας έξι στρατιώτες. Καθώς οι υπόλοιποι αναγκάστηκαν να μεταφερθούν, γιατί είχαν γίνε στόχος, μαζί με τον πατέρα και τη μητέρα της «σήκωσαν» τους Έλληνες στρατιώτες και τους μετέφεραν στην αυλή. Έσκαψαν, άνοιξαν εκεί δυο τάφους και τους έθαψαν. «Ένας από αυτούς πεθαίνοντας μας είπε: εγώ φεύγω, σας αφήνω το πορτοφόλι μου».

Στη «μακρά νύχτα» του Χότζα, οι Έλληνες στρατιώτες αναπαύονταν «εν τόπω χλοερώ», με τη φροντίδα της οικογένειας Μπρίγκου. Για τους Έλληνες κατοίκους του οικισμού ήταν ένα καλά κρυμμένο «ιερό μυστικό». Φρόντιζαν να μη μαθευτεί και μπουν σε περιπέτειες, με δεδομένη την εχθρότητα του καθεστώτος και του αλβανικού εθνικισμού, απέναντι στους Χειμαρριώτες. «Είχαμε φόβο, κρατούσαμε κλειστό το στόμα», λέει η κ. Ερμιόνη.