Σίγουρα ένας εμπεριστατωμένος ιατρικός έλεγχος, μπορεί να προβλέψει και να σώσει έναν ασθενή. Ποιές όμως από τις προληπτικές εξετάσεις δεν είναι αναγκαίες;

Νέες μελέτες, σύμφωνα με το health.com, δείχνουν ότι πολλοί άνθρωποι δεν επωφελούνται από δαπανηρές εξετάσεις προσυμπτωματικού ελέγχου, ειδικά μάλιστα από εκείνες που υποβάλλουν τον ασθενή σε υπερβολική ακτινοβολία.

Ωστόσο, αν και όλες οι εξετάσεις πρέπει να γίνονται γιατί ο γιατρός σας θεωρεί απαραίτητη μία τέτοια κίνηση, υπάρχουν και ορισμένες εξετάσεις που ενδέχεται να είστε σε θέση να παρακάμψετε ή ίσως να αναβάλλετε για λίγο καιρό, εάν δεν υπάρχει σοβαρός λόγος.

Αξονική ή μαγνητική τομογραφία

Η αξονική τομογραφία συνδυάζει μια σειρά από ακτίνες Χ, οι οποίες σκανάρουν από πολλές διαφορετικές οπτικές γωνίες και επεξεργάζονται ηλεκτρονικά τις εικόνες που λαμβάνουν, προκειμένου να δημιουργήσουν μία συγχρονική εικόνα των οστών και των μαλακών ιστών μέσα στο σώμα. Μία αξονική τομογραφία μπορεί να προσφέρει πολύ περισσότερες πληροφορίες από ό, τι μία απλή ακτινογραφία.

Η μαγνητική τομογραφία είναι ανάλογη της αξονικής αλλά χρησιμοποιεί μια τεχνική ακτινολογίας, που με βάση το μαγνητισμό, τα ραδιοκύματα και έναν υπολογιστή, παράγει εικόνες των δομών του σώματος. Ο μαγνητικός τομογράφος είναι ένας σωλήνας που περιβάλλεται από ένα τεράστιο κυκλικό μαγνήτη.

Ο ασθενής τοποθετείται σε ένα κινητό κρεβάτι που εισάγεται μέσα στο μαγνήτη και αυτός με τη σειρά του δημιουργεί ένα ισχυρό μαγνητικό πεδίο, που ευθυγραμμίζει τα πρωτόνια των ατόμων υδρογόνου, τα οποία στη συνέχεια εκτίθενται σε μια ακτίνα των ραδιοκυμάτων.

Αν και τόσο η μαγνητική όσο και η αξονική τομογραφία δίνουν τη δυνατότητα στους ειδικούς να αξιολογήσουν σφαιρικά και αναλυτικά και πολλές φορές να αποφασίσουν ακόμη και τη μη χειρουργική διαδικασία μίας περίπτωσης, αρκετές φορές μια προσεκτική ανάλυση του ιατρικού ιστορικού και μία νευρολογική εξέταση, μπορεί να διαγνώσει το πρόβλημα, χωρίς να υποβληθεί ο ασθενής σε μεγάλη δόση ακτινοβολίας.

Εξετάσεις οστικής πυκνότητας

Ένα τεστ οστικής πυκνότητας καθορίζει εάν έχετε οστεοπόρωση, μία ασθένεια που προκαλεί τα οστά να γίνονται πιο εύθραυστα, άρα και πιο επιρρεπή να σπάσουν. Το συγκεκριμένο τεστ δίνει τη δυνατότητα να γνωρίζουν οι ειδικοί τον κίνδυνο σπασίματος των οστών, πριν αυτό να συμβεί.

Για την περαίωσή του, χρησιμοποιούνται ακτίνες Χ για να μετρήσει ο ειδικός πόσα γραμμάρια ασβεστίου και άλλων μετάλλων των οστών υπάρχουν σε ένα τμήμα του οστού.

Ωστόσο, εκτός από εκείνους που βρίσκονται σε υψηλό κίνδυνο για αδύναμα οστά, οι γυναίκες (που λόγω εμμηνόπαυσης είναι πιο επιρρεπείς στην οστεοπόρωση) θα πρέπει να περιμένουν μέχρι τα 65 χρόνια τους για να μετρήσουν την οστική τους πυκνότητα.

Οι νεότερες γυναίκες είναι απίθανο να έχουν οριστική οστεοπόρωση και ενώ η σάρωση μπορεί να ανιχνεύσει ήπια απώλεια οστικής μάζας (οστεοπενία), ο κίνδυνος κατάγματος είναι χαμηλός και τα φάρμακα που μπορούν να συνταγογραφούνται για την αντιμετώπιση αυτής της κατάστασης, προκαλούν παρενέργειες και δεν έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα ωφέλιμα σε αυτές τις περιπτώσεις.

Τεστ κοπώσεως ή άσκηση προσομοίωσης ακραίων καταστάσεων

Ένα τεστ κοπώσεως μπορεί να χρησιμοποιηθεί για να ελέγξει πιθανή καρδιακή νόσο. Οι προσομοιώσεις ακραίων καταστάσεων είναι δοκιμές που πραγματοποιούνται από τον γιατρό για να καθορίσει το κατά ποσό η καρδιά μπορεί να διαχειριστεί το στρες, πριν από την ανάπτυξη αρρυθμίας και άλλων καρδιακών ανωμαλιών.

Το τεστ κοπώσεως στην ουσία περιλαμβάνει ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα, μία διαβαθμισμένη δοκιμασία κόπωσης ή στρες (ECG) και γίνεται με παράλληλο περπάτημα σε διάδρομο ή ποδηλασία, σε στατικό ποδήλατο με αύξηση των επιπέδων δυσκολίας, ενώ παρακολουθούνται το ηλεκτροκαρδιογράφημα, ο καρδιακός ρυθμός και η αρτηριακή πίεση.

Συνδέοντας τον ασθενή σε ένα ηλεκτροκαρδιογράφημα (ΗΚΓ) και / ή τη λήψη ενός τεστ κοπώσεως αναμφίβολα είναι ζωτικης σημασίας, στην περίπτωση που έχετε συμπτώματα καρδιακής νόσου ή βρίσκεστε στην ομάδα υψηλού κινδύνου, αλλά εκείνοι με χαμηλό κίνδυνο που απλά θέλουν να καθησυχαστούν, ενδεχομένως να λάβουν ανακριβή αποτελέσματα, τα οποία μπορεί να οδηγήσουν σε περαιτέρω τεστ και φαρμακευτικές αγωγές χωρίς λόγο.

PET / CT scan για προσυμπτωματικό έλεγχο καρκίνου

H εξέταση PET-CT scan συνδυάζει μια αξονική τομογραφία (CT) και μία τομογραφία εκπομπής ποζιτρονίων (PET) για να δώσει περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη διάγνωση του καρκίνου, τη σταδιοποίηση και την επανασταδιοποίησή του, τη διερεύνηση νεοπλάσματος αγνώστου πρωτοπαθούς εστίας, την εκτίμηση του βαθμού κακοηθείας του νεοπλάσματος, την αντίδραση στη θεραπευτική αγωγή, την επιλογή της καταλληλότερης θέσης για βιοψία, την πρώιμη ανίχνευση υποτροπής, την πρόγνωση του ογκολογικού ασθενούς και τον καθορισμό των ακτινοθεραπευτικών πεδίων.

Στην ουσία δηλαδή μία τέτοια συνδυαστική εξέταση, που απαιτεί τη συνεργασία εξειδικευμένων γιατρών, πυρηνικού και ακτινολόγου, παρουσιάζει τις κυριότερες ενδείξεις για περιπτώσεις όπως το λέμφωμα, ο καρκίνος του πνεύμονα, το μελάνωμα, οι όγκοι κεφαλής και τραχήλου, τα νεοπλάσματα του γαστρεντερικού σωλήνα (οισοφάγου, στομάχου, παχέος εντέρου), ο γυναικολογικός καρκίνος, ο καρκίνος μαστού, ο καρκίνος θυρεοειδούς και οι όγκοι εγκεφάλου.

Οι εξετάσεις αυτές δεν απαιτούνται για κάθε ασθενή που πάσχει από καρκίνο και μάλιστα οι πιθανότητες εύρεσης του καρκίνου σε υγιείς ενήλικες, που χρησιμοποιούν αυτές τις μεθόδους προσυμπτωματικού ελέγχου είναι εξαιρετικά χαμηλές, σύμφωνα με την Εταιρεία Πυρηνικής Ιατρικής και Μοριακής Απεικόνισης.