Το γεγονός ότι η νέα γενιά αγροτών παρουσιάζει εντελώς διαφορετικά χαρακτηριστικά από τους προκατόχους της, ουδείς μπορεί να το αρνηθεί…

Πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι ο διάσημος πλέον μελισσοκόμος της Κρήτης, Στάθης Στιβακτάκης, ο οποίος από ένα τυχαίο γεγονός – μία κατά τύχη φωτογράφηση σε αγροτική συγκέντρωση στο Σύνταγμα – έγινε γνωστός σε όλη την Ελλάδα.

Ωστόσο η περίπτωση του Στιβακτάκη δεν είναι η μοναδική. Ένα ακόμα χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι αυτό της Μυρτώς Λύκα, προέδρου του Συλλόγου Κτηνοτρόφων Βοιωτίας, η οποία είναι μόλις 24 ετών και σε τίποτα δεν θυμίζει την εικόνα μιας παραδοσιακής αγρότισσας.

Όπως η ίδια έλεγε πριν από λίγες ημέρες σε συνέντευξή της στο Αθηναϊκό Πρακτορείο, η ενασχόλησή της με την κτηνοτροφία προέκυψε ξαφνικά…

“Το 2012, κατάλαβα ότι η κρίση θα χτυπήσει την πόρτα όλων μας και έπρεπε να δω τι θα κάνω. Έφυγα από την Θεσσαλονίκη και γύρισα στο χωριό μου, το Μαργαρίτι”. Με αυτή την σκέψη η 24χρονη Μυρτώ, άφησε πίσω τη δουλειά της στην Θεσσαλονίκη, επέστρεψε στο πατρικό της σπίτι και αποφάσισε ένα νέο ξεκίνημα στη ζωή της, μέσα από τον πρωτογενή τομέα.

Η πρώτη γνωριμία με τη Μυρτώ, έγινε στις αγροτικές κινητοποιήσεις του περασμένου Νοεμβρίου, στη γέφυρα Καλογήρου στην Άρτα. Είναι μία δυναμική και αποφασιστική νέα γυναίκα, στο «τιμόνι» των κτηνοτρόφων της Θεσπρωτίας, με πολλά όνειρα για το μέλλον. Αν και στα νεανικά της χρόνια, όπως αναφέρει, το κοπάδι, η στάνη, η εργασία του κτηνοτρόφου, όπως τα βίωνε μέσα στην οικογένεια, της δημιουργούσαν βάρος και αποστροφή, σήμερα οι οικονομικές συγκυρίες την οδήγησαν σε αποφάσεις ζωής, γιατί είδε με άλλη πιο ώριμη ματιά, όσα ξόρκιζε. “Σήμερα είμαι 24 χρόνων και ζούσα κοντά στα ζώα από τότε που γεννήθηκα. Είναι οικογενειακή επιχείρηση από τον παππού μου στον πατέρα μου και τώρα σε μένα. Έχουμε γύρω στα 500 γιδοπρόβατα” λέει και ξεδιπλώνει τις σκέψεις και τα σχέδια της.

Παρά το γεγονός ότι η ίδια αποστρεφόταν τη δουλειά που κάνει σήμερα και δεν ήθελε σε καμία περίπτωση να ασχοληθεί με την κτηνοτροφία, φαίνεται πως η εξέλιξη των πραγμάτων ήρθε να τη διαψεύσει με τον πιο ανατρεπτικό τρόπο.

“Από μικρή, θεωρούσα ότι αυτή είναι η χειρότερη δουλειά. Δεν ήθελα να ασχοληθώ με τα ζώα, το έκανα μόνο επειδή έπρεπε. Θυμάμαι μια εποχή, ξυπνούσαμε στις 5 το πρωί να πάμε για άρμεγμα. Την ώρα που τα υπόλοιπα παιδάκια κοιμόντουσαν εμείς δουλεύαμε. Στα 18 μου χρόνια, πήγα στη Θεσσαλονίκη και σπούδασα ξενοδοχειακές επιχειρήσεις. Έχω κάνει πολλές δουλειές. Εκεί, δούλευα στο αεροδρόμιο, στις πληροφορίες, στο γραφείο αερολιμενικών και στην αίθουσα vip. Η δουλειά ήταν ευχάριστη και ξεκούραστη. Το 2012, έβλεπα την οικονομική κρίση και σκέφτηκα πως πρέπει να φροντίσω για το μέλλον μου. Πήρα την απόφαση και γύρισα στο χωριό”.