Γεννημένος το 1977 στην Ισλανδία, ο Γκρίμουρ Χακόναρσον μεγάλωσε στη φύση…
έγινε ηθοποιός, μετά προσπάθησε να γίνει σκηνοθέτης, τα παράτησε όλα για να σπουδάσει Φιλοσοφία πριν επιστρέψει ξανά στο σινεμά και τη φύση…

Διάσημος στην Ισλανδία για τα ντοκιμαντέρ του, ο 39χρονος σκηνοθέτης έφερε τους «Δεσμούς Αίματος» στο Φεστιβάλ Καννών τον περασμένο Μάιο για να φύγει με το πρώτο βραβείο στο τμήμα «Ενα Κάποιο Βλέμμα» και να γυρίσει τον κόσμο με μια από τις ωραιότερες ταινίες της χρονιάς.

Οι «Δεσμοί Αίματος» είναι βασισμένοι σε μια αληθινή ιστορία που μου είχε αφηγηθεί ο πατέρας μου για δύο αδέρφια που ζούσαν στον ίδιο τόπο αλλά δεν είχαν μιλήσει για 40 χρόνια. Είναι μια πολύ ισλανδική ιστορία, αφού οι δύο ήρωες είναι πεισματάρηδες και ανεξάρτητοι όσο είναι ο λαός της Ισλανδίας. Ηθελα να κάνω μια ταινία για την κουλτούρα των κριαριών, μια κουλτούρα βαθιά ριζωμένη στο εθνικό πνεύμα της Ισλανδίας και με καθοριστική θέση στην επιβίωσή μας μέσα στους αιώνες.

Ηταν πολύ δύσκολοτερο να βρούμε τα κριάρια από τους ηθοποιούς. Επρεπε να βρούμε πρόβατα που να μην φοβούνται τους ανθρώπους, τις κάμερες και το συνεργείο. Δεν μπορούσαμε να χρησιμοποιήσουμε τα κοπάδια που υπήρχαν στην περιοχή γιατί ήταν πολύ ντροπαλά και έτσι έπρεπε να φέρουμε ζώα από άλλα μέρη. Ηταν πολύ χαλαρά και όμορφα, αφού έπρεπε να δείχνουν ότι ανήκουν σε μια ειδική ράτσα. Συνήθως ήταν εύκολο να δουλεύει κανείς μαζί τους…

Είχα εφιάλτες όταν σκεφτόμουν τις σκηνές με τα κριάρια. Ανησυχούσα για σκηνές που όλοι μου έλεγαν πως ήταν αδύνατον να γυριστούν. Η μεγαλύτερη πρόκληση ήταν ο καιρός γιατί θέλαμε το φιλμ να τελειώσει το Νοέμβριο με τις σκηνές στη χιονοθύελλα και εκείνη τη χρονιά είχαμε τον πιο ζεστό Νοέμβριο στην ιστορία της Ισλανδίας.

Ολη η ταινία γυρίστηκε σε πραγματικές τοποθεσίες. Διάλεξα μια περιοχή που δεν ήταν βολική γιατί ήταν πολύ μακριά από το Ρέικιαβικ, αλλά το τοπίο ήταν τέλειο, απομονωμένο από τον πολιτισμό, πολύ κοντά στα βουνά και στην κοινότητα των βοσκών. Νοικιάσαμε ένα ξενώνα που είναι ανοιχτός μόνο το καλοκαίρι και τον κάναμε βάση μας. Στην περιοχή ζούσαν 50 άνθρωποι και οι περισσότεροι δούλεψαν στην ταινία. Ενας ανέλαβε τους σκύκλους, άλλος τα κριάρια, άλλοι έπαιξαν στην ταινία. Θέλαμε την τοπική κοινότητα να εμπλακεί στην ταινία και για μένα ήταν πολύ σημαντικό να κάνω την ταινία να μοιάζει πιο αυθεντική.

Νομίζω πως είναι απλά σύμπτωση ότι γυρίζουμε ταινίες στην Ισλανδία που έχουν να κάνουν με ζώα. Είχα ξεκινήσει να γράφω το σενάριο των «Δεσμών Αίματος» πολύ πριν βγει στις αίθουσες το «Of Horses and Men», οπότε μια εξήγηση που μπορώ να δώσω είναι πως μετά την οικονομική κατάρρευση του 2008 και τη χρεωκοπία των τραπεζών, οι σκηνοθέτες στην Ισλανδία άρχισαν να σκέφτονται περισσότερο τις ρίζες τους, τη φύση, την παλιά εξοχή. Αυτή τη στιγμή γυρίζονται στην εξοχή περισσότερες ταινίες από ποτέ. Παλιά γυρίζαμε ταινίες μόνο στο Ρέικιαβικ.

Ολες μου οι ταινίες είναι δράματα, αλλά υπάρχει μέσα τους μια ισχυρή δόση μαύρου χιούμορ. Μου βγαίνει φυσικά. Νομίζω ότι φταίει ο χαρακτήρας μου. Εχω μια περίεργη αίσθηση του χιούμορ και αυτό φαίνεται στις ταινίες μου. Αλλά υπάρχουν στιγμές που δεν μπορείς να είσαι πολύ αστείος. Ημουν πολύ προσεκτικός όταν έφτιαχνα αυτήν την ταινία γιατί έχω κάνει λάθος στο παρελθόν. Χρειάζεται μια ισορροπία ανάμεσα στο δράμα και το χιούμορ, ώστε ο θεατής να μην νιώθει αμήχανα. Να ξέρει αν πρέπει να κλάψει ή να γελάσει…

Θα έλεγα πως στην Ισλανδία κάνουμε ιστορίες για ανθρώπους. Ρεαλιστικές ιστορίες, γιατί δεν έχουμε πολλά χρήματα για να χρηματοδοτήσουμε μια ακριβή ταινία επιστημονικής φαντασίας. Οι κινηματογραφιστές στην Ισλανδία πρέπει να σκέφτονται πρακτικά και να κάνουν μικρές καθημερινές ιστορίες. Αυτό είναι και το Νέο Ισλανδικό Κύμα φέτος με ταινίες όπως το «Δεσμοί Αίματος», το «Sparrows» και το «Virgin Mountain».