Στον Άρειο Πάγο θα οδηγηθεί τελικά η υπόθεση της λίμνης Βιστωνίδας μετά την απόφαση του εφετείου Θράκης…
σύμφωνα με την οποία παραχωρεί στο δημόσιο παραλίμνιες εκτάσεις ακόμη κι εκκλησίες που ούτε οι Τούρκοι δεν τόλμησαν να πάρουν από την εκκλησία.

Έτσι η απόφαση του Εφετείου Θράκης, θα κριθεί σε ανώτατο βαθμό την στιγμή που βρίσκεται σε εξέλιξη ήδη το μεγάλο ποινικό δικαστήριο των Αθηνών, το μόνο αρμόδιο να αποφανθεί για την υπόθεση Βατοπαιδίου.

Πρέπει να ξεκαθαρίσουμε ότι η απόφαση αυτή, του εφετείου της Θράκης δεν έχει καμία σχέση με το ποινικό δικαστήριο και ασχολήθηκε μόνο με το ιδιοκτησιακό καθεστώς των παραλιμνίων εκτάσεων της Βιστωνίδας.

Επίσης η απόφαση αυτή δεν «επιβεβαιώνει» κανένα «σκάνδαλο» όπως βιάστηκαν να επικοινωνήσουν κάποιοι και να διαστρεβλώσουν τελικά το νόημα της απόφασης.

Πρόκειται για μια απόφαση επί μιας καθαρά αστικής αντιδικίας, μεταξύ της Μονής Βατοπεδίου και του Δημοσίου, η οποία έχει ξεκινήσει από το 1920 και σε καμία περίπτωση δεν έκρινε ότι η Μονή δεν έχει δικαίωμα να προσφύγει στην δικαιοσύνη ούτε αποφάνθηκε ότι υπήρξε σκάνδαλο.

Εκείνο πάντως που θα απασχολήσει πρωτίστως τα ανώτατα δικαστήρια είναι ο τρόπος εκδόσεως της πρωτόδικης αποφάσεως, τέσσερα χρόνια μετά τη δίκη.

Όσοι γνωρίζουν από δικαστικές διαδικασίες, καταλαβαίνουν ότι ο δρόμος της υπόθεσης είναι ακόμη μακρύς και πάντως το θέμα σίγουρα δεν τελειώνει εδώ.

Το ζήτημα αυτό είναι άλλωστε από εκείνα που ελέγχουν και τα ευρωπαϊκά δικαστήρια

Από την αντιδικία ενώπιον των Δικαστηρίων της Θράκης και τις μέχρι τώρα εκδοθείσες αποφάσεις (Πολ.Πρωτ.Ροδόπης 87/2008, Εφ.Θρακ. 660/2009 και 197/2015) το μόνο που προκύπτει είναι ότι υπάρχει αντιδικία και αμφιβολία ως προς όλα τα νομικά ζητήματα που έχουν ανακύψει και μάλιστα για περισσότερα από ογδόντα χρόνια.

Έχει μεγάλη σημασία να τονίσουμε ότι οι ίδιοι μάρτυρες, που στην αστική αυτή υπόθεση τάχθηκαν με την πλευρά του Δημοσίου, στην ποινική δίκη κατέθεσαν ότι η Μονή ευλόγως υπερασπιζόταν αυτό που θεωρούσε ιδιοκτησία της και ότι δεν βλέπουν καμία ποινική διάσταση στο θέμα.

Στην προκειμένη περίπτωση φαίνεται ξεκάθαρα ότι εδώ δε μιλάμε για μεμονωμένες απόψεις Μοναχών και αυτό αποδεικνύεται από την σύνταξη ολόκληρης της Ορθόδοξης Εκκλησίας (Πατριαρχεία Κωνσταντινουπόλεως και Ιεροσολύμων, Εκκλησία της Ελλάδος, Ιερά Κοινότητα Αγίου Όρους) με τις απόψεις της Μονής Βατοπεδίου στη δίκη αυτή.

Άλλωστε το καθεστώς που πάει να δημιουργηθεί θα αγγίξει και θα βάλει μελλοντικά σε κίνδυνο και τις ιδιοκτησίες των Ελληνορθόδοξων Πατριαρχείων.

Η πρόσφατη εφετειακή απόφαση δημιουργεί πάντως εύλογα ερωτηματικά, αφού σε νομικό επίπεδο εμφανίζεται ακραία σε σχέση με την πρωτόδικη:

Για πρώτη φορά αμφισβητεί πράγματα γνωστά σε όλη την τοπική κοινωνία, τα οποία δεν είχαν διανοηθεί να αμφισβητήσουν ούτε οι τοπικοί παράγοντες που πρωτοστάτησαν στον κατά της Μονής «αγώνα». Αμφισβητεί δηλαδή την παρουσία και τις εκκλησίες της Μονής επί των νησίδων του Αγίου Νικολάου και της Παντάνασσας.

Η παρουσία αυτή σύμφωνα με τα έγγραφα και τα ευρήματα είναι μακραίωνη και αδιάψευστη, αφού οι εκκλησίες υπάρχουν εκεί και λειτουργούν όπως γνωρίζει όλος ο κόσμος!

Επίσης ιδιαίτερα στην περίπτωση του Αγ. Νικολάου η μαρμάρινη επιγραφή της αποτελεί αδιάψευστο τεκμήριο ότι υφίσταται εκεί από την εποχή της τουρκοκρατίας.

Είναι μάλιστα πρωτοφανής για ελληνικό δικαστήριο η διάγνωση ότι οι εκκλησίες αυτές είχαν κτισθεί επί ακινήτου που ανήκε στο οθωμανικό δημόσιο (απαραίτητη προϋπόθεση για να ανήκει σήμερα αυτό στο ελληνικό δημόσιο). Σύμφωνα με έγκυρους νομικούς κύκλους η άποψη αυτή εκτός από εσφαλμένη νομικά και ιστορικά, πρωτίστως είναι επικίνδυνη διότι μπορεί να ανοίξει τον ασκό του Αιόλου ευρύτερα, σε βάρος της εκκλησιαστικής περιουσίας των απανταχού Ορθοδόξων Πατριαρχείων και ιδιαίτερα στη συγκεκριμένη ευαίσθητη περιοχή της χώρας…

Με δυο λόγια η 246 σελίδων απόφαση στην ουσία αρνείται την όποια αποδεικτική ισχύ των Πατριαρχικών Σιγγιλίων, χαρακτηρίζοντας την υπό τον Πατριάρχη Νεόφυτο Ζ΄, Ιερά Σύνοδο, του οικουμενικού Πατριαρχείου “αναξιόπιστη”.

Αφήνει μάλιστα υπονοούμενα για τους άγνωστους λόγους για τους οποίους η Σύνοδος αυτή παρερμήνευσε σύμφωνα με το εφετείο της Ροδόπης το ιδιοκτησιακό καθεστώς όταν ρωτήθηκε το 1791 από τον Τούρκο Ναύαρχο Χουσείν Πασά.

Τέλος απορρίπτει όλες τις πρόσθετες παρεμβάσεις, της Ιεράς Κοινότητας Αγίου όρους, Εκκλησίας της Ελλάδος, Ιεράς Μονής Σινά ακόμη και του Οικουμενικού Θρόνου τονίζοντας ότι έπρεπε να παρέμβουν νωρίτερα και όχι τώρα.
Πηγή