«Πάει, το έχασα το παιδί μου», ψέλλισε ο Θανάσης Λινάρδος, ο πατέρας της 37χρονης Ανθής, όταν οι αστυνομικοί εντόπισαν… το άψυχο κορμί της θαμμένο μέσα στο χωράφι του συζύγου της, στο Βελβεντό Κοζάνης, από τα χέρια του ίδιου. Από τον άνθρωπο που υποκρινόταν ότι αγωνιούσε και έκανε έκκληση σε όποιον γνώριζε κάτι να βοηθήσει την οικογένεια στις έρευνες εντοπισμού της. Έρευνες στις οποίες συμμετείχαν και συγγενείς της από την Ηλεία, αφού η Ανθή, έλκει την καταγωγή της από την Παλαιοβαρβάσαινα.

Συγκλονισμένοι οι συγγενείς της, θείοι και εξαδέλφια, στην Παλαιοβαρβάσαινα και στονΠλάτανο, παρακολουθούσαν από μακριά τις έρευνες και βρίσκονταν σε «ανοιχτή γραμμή» με τους γονείς της Ανθής και την αδελφή της, προκειμένου να μάθουν νέα, να ακούσουν μια αισιόδοξη δήλωση. Κάποιοι, δεν άντεξαν να περιμένουν από μακριά και μετέβησαν στην Κοζάνη, να βοηθήσουν στις έρευνες, να είναι κοντά στους γονείς της Ανθής. Τα προβλήματα που φέρεται να αντιμετώπιζε το ζευγάρι τους τελευταίους μήνες, τους «έδιναν μια ελπίδα» ότι η Ανθή έφυγε. Αλλά, τα στοιχεία δεν «βοηθούσαν» στο να παραμείνει «ζωντανή» η ελπίδα. Δεν θα άφηνε πίσω τα τρία της παιδιά, τον 8χρονο γιο της και τα 6χρονα δίδυμα κοριτσάκια της. Και δε θα επέλεγε αυτή τη χρονική στιγμή, αφού είχε χτυπήσει και είχε νάρθηκα στο πόδι, συνεπώς δεν μπορούσε να μετακινηθεί χωρίς τις πατερίτσες της, οι οποίες βρέθηκαν στο σπίτι, όπως και τα γυαλιά μυωπίας αλλά και το κινητό της τηλέφωνο.

Μετά από πολύωρη ανάκριση από τους Αστυνομικούς, ο σύζυγος της 37χρονης ομολόγησε ότι είναι ο δράστης του αποτρόπαιου εγκλήματος. Φέρεται μάλιστα να τους είπε ότι καβγάδισαν και η Ανθή τον απείλησε ότι θα έπαιρνε τα παιδιά τους και θα έφευγε για να μείνει μόνιμα στον Πειραιά. Δολοφόνησε τη σύζυγό του και την έθαψε στο χωράφι του, στο σημείο που χθες, υπέδειξε στους αστυνομικούς οι οποίοι και του πέρασαν τις χειροπέδες…

Μια κοπέλα γεμάτη ζωή…

Η Ανθή γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πέραμα, στον Πειραιά. Πήγε στην Κοζάνη για να σπουδάσει Μηχανολόγος Μηχανικός και πριν καλά- καλά τελειώσει με τις σπουδές της, είχε βρει δουλειά. Εκεί γνώρισε και τον σύζυγό της, Τάσο Τσιουχάρα, αγρότη, με μεγάλες εκτάσεις ροδακινιών. Έκαναν τρία παιδιά, ένα αγόρι και δυο δίδυμα κοριτσάκια, τα οποία η Ανθή λάτρευε. «Τα αγγελούδια μου» έλεγε και ξαναέλεγε και δεν τα άφηνε από την αγκαλιά της.

Η Ανθή ήταν «ανήσυχο» και πολύ δραστήριο άτομο. Ενσωματώθηκε πολύ γρήγορα στην τοπική κοινωνία και απέκτησε πολλούς φίλους. Όταν έγινε μητέρα σταμάτησε να εργάζεται και αφοσιώθηκε στην ανατροφή των παιδιών της. Η ενέργειά της αστείρευτη και η διάθεση για προσφορά – αφού όπως την περιγράφουν οι φίλοι της, ήταν ένας στοργικός άνθρωπος, γεμάτος καλοσύνη και χαρά – βρήκαν έκφραση στον Πολιτιστικό Σύλλογο της περιοχής, ενώ βοηθούσε και στις αγροτικές εργασίες του συζύγου της.

Τον τελευταίο καιρό, η σχέση του ζευγαριού περνούσε κρίση και όπως και ο ίδιος ομολόγησε, του ζήτησε να χωρίσουν. Μάλωσαν και…την έπνιξε και την έθαψε στο χωράφι του. Μάλιστα, για να «σβήσει» τα ίχνη του λάκκου που άνοιξε και έριξε το άψυχο κορμί της άτυχης 37χρονης, πήρε το τρακτέρ και όργωσε ένα μεγάλο μέρος του χωραφιού…Το πρωί της επόμενης ημέρας, δήλωσε την εξαφάνισή της στην Αστυνομία…

Πριν δυο μήνες, ήταν στην Ηλεία

Η Ανθή, μπορεί να γεννήθηκε και μεγάλωσε στο Πέραμα, αλλά διατηρούσε στενή επαφή με τους συγγενείς της από την περιοχή. Η μητέρα της, η κα Παρασκευή, γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Παλαιοβαρβάσαινα ενώ η θεία της Ανθής, (η αδελφή της μητέρας της) ζει στον Πλάτανο. Εκεί βρέθηκε πριν δυο περίπου μήνες η Ανθή, μαζί με το σύζυγό της και τα τρία τους παιδιά, προκειμένου να παραστούν στον γάμο του εξάδελφού της. Κανείς, δεν μπορούσε να φανταστεί τότε ότι αυτή θα ήταν η τελευταία φορά που θα δουν το γελαστό κορίτσι.