Ο γάμος αλλάζει τον… άνδρα, σύμφωνα με νέα έρευνα, η οποία καταλήγει στο… συμπέρασμα πως τα «Θεία δεσμά» τον κάνουν περισσότερο κοινωνικό και εξωστρεφή.

Η μελέτη έγινε στο Πανεπιστήμιο του Μίσιγκαν και οι ερευνητές κατέληξαν στο συμπέρασμα πως πιο συχνά παντρεύονται έως την ηλικία των 30 οι λιγότερο αντικοινωνικοί άνδρες, αλλά από τη στιγμή που παντρεύονται ο γάμος σταματά την αντικοινωνική συμπεριφορά τους και τους κάνει εξωστρεφείς.

Είναι η πρώτη φορά που επιστήμονες μελετούν τις συνέπειες του γάμου στην κοινωνική ζωή , αξιοποιώντας δείγματα γενετικού υλικού από διδύμους. Με αυτό τον τρόπο καταφέρνουννα απομονώσουν τυχόν επίδραση των γονιδίων στη συμπεριφορά των ατόμων, σε σχέση με την επίδραση του κοινωνικού περιβάλλοντος.

Η μελέτη διήρκεσε 12 χρόνια και εξέτασαν δεδομένα από 289 ζεύγη διδύμων ανδρών σε διάφορες χρονικές στιγμές, όταν για παράδειγμα βρίσκονταν στις ηλικίες 17, 20, 24 και 29 ετών.

Οι επιστήμονες κατέληξαν στο συμπέρασμα ότι οι άνδρες με χαμηλότερα επίπεδα αντικοινωνικής συμπεριφοράς στις ηλικίες των 17 και 20 ετών ήταν πιθανότερο να έχουν παντρευτεί μέχρι τα 29 τους.

Τα ποσοστά αντικοινωνικής συμπεριφοράς μετά το γάμο στους παντρεμένους μειώνονταν, ενώ των διδύμων αδελφών τους που είχαν μείνει ανύπαντροι, η αντικοινωνική συμπεριφορά δεν είχαν μειωθεί.

Οι ερευνητές εκτιμούν ότι ο γάμος επιδρά σε μεγάλο βαθμό έμμεσα, καθώς αυξάνει την ικανότητα δημιουργίας δεσμών με άλλους ανθρώπους ή μειώνει το χρόνο που ένας άνδρας μπορεί πια να περάσει με τους παλιούς φίλους του.

Μάλιστα, επισημαίνουν πως όσο πιο πετυχημένος είναι ένας γάμος, τόσο πιο μεγαλύτερη είναι και η επίδραση στη βελτίωση της συμπεριφοράς ενός άνδρα.

Σύμφωνα με τους ερευνητές, οι παντρεμένοι συνειδητοποιούν ότι «έχουν πλέον περισσότερα να χάσουν», αν συνεχίσουν την παλιά αντικοινωνική συμπεριφορά τους.

Παράλληλα, σπεύδουν να διευκρινίσουν πως δεν γνωρίζουν τι συμβαίνει με τις γυναίκες, καθώς εξ’ αρχής αυτές είναι λιγότερο πιθανό να έχουν αντικοινωνικές συμπεριφορές.

Προηγούμενες έρευνες έχουν συμπεράνει ότι οι παντρεμένοι έχουν γενικά και άλλα συγκριτικά πλεονεκτήματα σε σχέση με τους ανύπαντρους, όπως καλύτερη υγεία, μακροβιότερη ζωή, μικρότερες πιθανότητες να αναπτύξουν κατάθλιψη κ.ά.