Τουλάχιστον επτά σουνιτικά τεμένη και δεκάδες καταστήματα στο ανατολικό Ιράκ δέχθηκαν επιθέσεις με εμπρηστικές βόμβες, όπως δήλωσαν πηγές στις ιρακινές υπηρεσίες ασφαλείας και τοπικοί αξιωματούχοι, μία ημέρα αφότου τουλάχιστον…

 

23 άνθρωποι σκοτώθηκαν σε μια διπλή βομβιστική επίθεση την ευθύνη για την οποία ανέλαβε η οργάνωση Ισλαμικό Κράτος.

Την ίδια ώρα, τουλάχιστον 10 άνθρωποι σκοτώθηκαν από σφαίρες στη Μουκνταντίγια, 80 χιλιόμετρα βορειοανατολικά της Βαγδάτης.

Η ανάδυση της τζιχαντιστικής οργάνωσης Ισλαμικό Κράτος επιτείνει τη μακρόχρονη θρησκευτική σύγκρουση στο Ιράκ ανάμεσα στη σιιτική πλειονότητα και τη σουνιτική μειονότητα.

Η ραγδαία κλιμάκωση της βίας αυτής της φύσης ενδέχεται να υπονομεύσει τις προσπάθειες του σιίτη πρωθυπουργού Χάιντερ αλ Αμπάντι να ανακαταληφθούν οι τεράστιες εκτάσεις της ιρακινής επικράτειας που έπεσαν στα χέρια των τζιχαντιστών του ΙΚ στην αστραπιαία προέλασή τους το 2014.

Τουλάχιστον δύο σουνιτικά τεμένη νότια της Βαγδάτης είχαν δεχθεί επιθέσεις την περασμένη εβδομάδα, όταν ένας σιίτης ιερωμένος είχε εκτελεστεί στη Σαουδική Αραβία, εξέλιξη που είχε πυροδοτήσει αντιδράσεις οργής στο Ιράκ και στο γειτονικό Ιράκ.

Στο αποκορύφωμα της εμφύλιας αιματοχυσίας στο Ιράκ, πριν από περίπου μια δεκαετία, τέτοιες επιθέσεις εναντίον χώρων λατρείας πυροδοτούσαν συχνά δολοφονίες και επιθέσεις σε αντίποινα σε όλη τη χώρα.

Κυβερνητικά στελέχη προσπάθησαν την Τρίτη να συμβάλουν στην εκτόνωση του κλίματος, καταδικάζοντας τόσο τις επιθέσεις εναντίον τεμενών, όσο και τις βομβιστικές επιθέσεις του Ισλαμικού Κράτους, που οι τζιχαντιστές ανέφεραν πως είχαν στόχο σιίτες.

Ο Άμπντουλ Λατίφ αλ Χιμάγιμ, επικεφαλής της κρατικής υπηρεσίες που είναι αρμόδια για τους χώρους λατρείας των σουνιτών, έκανε λόγο για μια «απελπισμένη προσπάθεια να καταστραφεί η εθνική ενότητα του Ιράκ», ενώ τα Ηνωμένα Έθνη επισήμαναν σε ανακοίνωσή τους πως ο στόχος τέτοιων ενεργειών είναι η χώρα «να γυρίσει πίσω στις σκοτεινές ημέρες των θρησκευτικών εντάσεων».
Ο Χάκι αλ Τζαμπούρι, στέλεχος της αυτοδιοίκησης της επαρχίας Ντιγιάλα, όπου υπάγεται η Μουκνταντίγια, έκρινε και οι επιθέσεις και των δύο ειδών καταφέρνουν πλήγμα στον κοινωνικό ιστό. Κατήγγειλε ότι «απείθαρχοι (σιίτες) παραστρατιωτικοί» ευθύνονται για τον εμπρησμό των τεμενών.

Οι σιίτες παραστρατιωτικοί πιστώνονται κατά μεγάλο μέρος το ότι το ΙΚ δεν κατάφερε να προελάσει στη Βαγδάτη και τα ιερά των σιιτών νοτιότερα το 2014, ενώ υποστηρίζουν τις ιρακινές ένοπλες δυνάμεις στην προσπάθειά τους να ανακτήσουν τα εδάφη που βρίσκονται στα χέρια των τζιχαντιστών, περιλαμβανομένων και αυτών στην επαρχία Ντιγιάλα.

Όμως στοιχεία στις τάξεις των παραστρατιωτικών οργανώσεων έχουν κατηγορηθεί επανειλημμένα για κατάφωρες παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων των σουνιτών, κάτι που οι ηγεσίες των οργανώσεων αυτών διαψεύδουν ή αποδίδουν σε απείθαρχα μέλη τους.

Ένα μέλος του επαρχιακού συμβουλίου της επαρχίας Ντιγιάλα που ανήκει στη σιιτική πλειονότητα επέρριψε την ευθύνη για τις επιθέσεις στα τεμένη σε «πράκτορες» που προσπαθούν να σπιλώσουν την εικόνα των παραστρατιωτικών.

Αυτόπτες μάρτυρες αφηγήθηκαν ότι ορισμένα από τα θύματα των σημερινών επιθέσεων δολοφονήθηκαν μέσα στα σπίτια τους ή σύρθηκαν στους δρόμους κι εκτελέστηκαν από ενόπλους που φορούσαν μαύρα ρούχα ή/και στολές παραλλαγής.

Πηγές στην αστυνομία και κάτοικοι ανέφεραν ότι οι ένοπλοι περιπολούσαν τη Μουκνταντίγια και καλούσαν με τηλεβόες τους σουνίτες να εγκαταλείψουν την πόλη προειδοποιώντας τους ότι σε διαφορετική περίπτωση θα πεθάνουν.

«Είναι χειρότερα κι από την κόλαση. Είχα κρύψει τους δύο μου γιους κάτω από έναν σωρό ρούχων μέσα σε μια ντουλάπα για να μην τους βρουν», αφηγήθηκε η Ουμ Ιμπραήμ, μια σουνίτισσα χήρα που εγκατέλειψε την πόλη για να πάει στην κοντινή Χάνακιν μετά την πυρπόληση δύο τεμενών.

Πηγή: ΑΠΕ – ΜΠΕ